H ιστορία δικαίωσης μιας γυναίκας από το Καμερούν


Ιστορίες από την περίοδο που εργαζόμουν σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, υποστηρίζοντας αιτούντες/ούσες άσυλο και πρόσφυγες.


Ήταν αργά το μεσημέρι όταν έλαβα ένα μήνυμα στα γαλλικά από έναν άγνωστο αριθμό στο επαγγελματικό μου κινητό:

«Καλημέρα, καλημέρα! Είμαι η Κ. από το Καμερούν. Είμαι ελεύθερη, πήρα θετική απάντηση!!! Σας ευχαριστώ όλους πάρα πολύ!»

Χάρηκα τόσο πολύ με τη χαρά της που, παρά τον απαιτητικό φόρτο εργασίας εκείνης της ημέρας, αποφάσισα να την καλέσω για να μιλήσουμε λίγο στα αγγλικά.

Όταν απάντησε, μιλούσε μέσα στον ενθουσιασμό. Ακατάπαυστα και με μία σχεδόν παιδική χαρά, μου έλεγε πόσο ευτυχισμένη ήταν, πως ένιωθε ότι ζούσε ένα θαύμα που δεν πίστευε ποτέ ότι θα συμβεί και ότι η ζωή της αποκτούσε ξανά νόημα και ελπίδα.

Όταν τη συνεχάρηκα για την απόφαση και για όλα όσα είχαν προηγηθεί, η απάντησή της ήταν εξίσου αποστομωτική:

«Μπράβο και σε εσάς! Το μπράβο πάει και σε εσάς, όχι μόνο σε μένα! Σας ευχαριστώ πολύ. Θα σας είμαι για πάντα ευγνώμων!»

Και η αλήθεια είναι ότι, με έναν τρόπο, είχε δίκιο.

Ήταν μία χαρά που μοιραζόμασταν, όπως είχαμε μοιραστεί προηγουμένως και την αγωνία για το αποτέλεσμα — όλοι όσοι είχαμε βρεθεί κοντά στην υπόθεσή της και προσπαθούσαμε να τη στηρίξουμε.

Αν όμως γυρίσουμε τον χρόνο λίγο πιο πίσω, η ιστορία έχει ως εξής.

Η Κ. είναι μία γυναίκα περίπου 40 ετών από το Καμερούν, η οποία αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα της κυρίως εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού.

Όπως η ίδια ανέφερε επανειλημμένα στις συνεδρίες μας, στο Καμερούν ένας ομοφυλόφιλος άνθρωπος μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος ταυτόχρονα με το κράτος και τους νόμους, με την κοινότητα, με συγγενείς αλλά ακόμη και με την ίδια του την οικογένεια.

Όπως χαρακτηριστικά το περιέγραφε η ίδια:

«Στο Καμερούν μπορεί να σε παντρέψουν με το ζόρι με κάποιον που δεν γνωρίζεις. Μπορεί να πας φυλακή, να σε κακοποιήσουν σεξουαλικά για να “συμμορφωθείς”, να σε χτυπήσουν, να σε πάνε στην εκκλησία για να σε ξορκίσουν από τους “δαίμονες”, να σε απορρίψουν οι συγγενείς και η οικογένειά σου. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα. Και αν έχεις παιδιά, μπορεί να χάσεις την επιμέλειά τους, γιατί θεωρούν ότι έχεις ντροπιάσει την τιμή της οικογένειας».

Η ίδια είχε βιώσει διαφορετικές μορφές έμφυλης βίας, κακοποίησης και στέρησης δικαιωμάτων επειδή ελκυόταν από γυναίκες και όχι από άνδρες.

Την Κ. τη συνάντησα για πρώτη φορά στα μέσα Ιουνίου, στη διοικητική κράτηση της Κω, σε εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχοσυναισθηματική και σωματική κατάσταση.

Είχε παραπεμφθεί από τη δικηγόρο της για ψυχολογική υποστήριξη στο πρόγραμμα στο οποίο εργαζόμουν το 2020, στη Λέρο και στην Κω, με επιζώντες και επιζώσες σεξουαλικής και έμφυλης βίας που βρίσκονταν σε καθεστώς προσφυγιάς ή αιτούνταν άσυλο.

Όταν τη συνάντησα, είχε ήδη λάβει απορριπτική απάντηση στην πρώτη της αίτηση ασύλου.

Η αφήγηση της ιστορίας της δεν είχε θεωρηθεί επαρκώς αξιόπιστη, ενώ παράλληλα δεν είχε προλάβει να λάβει την απαραίτητη υποστήριξη από δημόσιες υπηρεσίες υγείας για τα πολλαπλά ιατρικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, ούτε να υπάρξει η κατάλληλη τεκμηρίωση διαφορετικών μορφών ευαλωτότητας.

Ψυχοσυναισθηματικά βρισκόταν σε μία κατάσταση όπου κυριαρχούσε η απελπισία.

Δεν ήλπιζε σχεδόν σε τίποτα.

Θεωρούσε ότι όλα ήταν μάταια.

Η υποστήριξή της αποτέλεσε μεγάλη πρό(σ)κληση τόσο για εμένα όσο και για την υπόλοιπη ομάδα: να μπορέσει να λάβει σταθερή ψυχολογική στήριξη, να ενδυναμωθεί όσο ήταν δυνατόν μέσα σε αυτές τις συνθήκες και ταυτόχρονα να οργανωθεί ένα ουσιαστικό πλάνο διασύνδεσης με υγειονομικές υπηρεσίες και άλλους φορείς για τη διερεύνηση και φροντίδα των χρόνιων ιατρικών προβλημάτων της.

Παράλληλα, υπήρχε ο συνεχής και επίμονος αγώνας της δικηγόρου της για τη νομική της υποστήριξη, καθώς η Κ. βρισκόταν ήδη για μεγάλο χρονικό διάστημα σε διοικητική κράτηση.

Και κάπως έτσι η υπόθεσή της κουβαλούσε καθημερινά μία ιδιαίτερη βαρύτητα και αγωνία.

Ο βασικός λόγος για τον οποίο βρισκόταν σε κράτηση ήταν ότι, όταν είχε φτάσει για πρώτη φορά στην Κω από την Τουρκία, είχε παραβιάσει τον γεωγραφικό περιορισμό που της είχε επιβληθεί — δεν είχε δηλαδή δικαίωμα να μετακινηθεί από το νησί.

Είχε φύγει και είχε μεταβεί στην Αθήνα αναζητώντας περαιτέρω ιατρική και ψυχοκοινωνική βοήθεια.

Όταν, κάποιους μήνες αργότερα, την εντόπισαν οι αρχές και την επέστρεψαν στην Κω, τέθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε διοικητική κράτηση.

Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το βίωμα: επρόκειτο ουσιαστικά για μία συνθήκη εγκλεισμού, με πολύ περιορισμένη δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο.

Παράλληλα, αντιμετώπιζε σύνθετα ιατρικά και ψυχολογικά προβλήματα που δεν είχαν λάβει την απαραίτητη και κατάλληλη φροντίδα, ενώ είχε ήδη στα χέρια της μία απορριπτική απόφαση για το άσυλό της.

Η συνολική εικόνα της ζωής της έμοιαζε πια όχι απλώς με ένα ποτήρι μισοάδειο.

Για εκείνη έμοιαζε εντελώς άδειο.

Η ομάδα συνεργάστηκε σε διαφορετικά επίπεδα.

Έγιναν σημαντικές προσπάθειες για σταθερή ψυχολογική υποστήριξη, για αναζήτηση και διασύνδεση με ιατρικές και άλλες υπηρεσίες και φορείς, ενώ ταυτόχρονα προετοιμάστηκε νομικά για τη δεύτερη προσπάθεια εξέτασης της υπόθεσής της, στα μέσα Ιουλίου.

Τόσο εκείνη όσο και εμείς ως ομάδα βιώναμε την ίδια αγωνία και μοιραζόμασταν μία κοινή επιθυμία:

να δικαιωθεί και να μπορέσει να ζήσει ελεύθερη.

Όπως το έλεγε κάθε φορά και η ίδια.

Και τελικά, η απάντηση ήρθε.

Η Κ. αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας.

Και μαζί με αυτή την απόφαση πήρε, κατά κάποιον τρόπο, και το εισιτήριο για μία καινούργια ζωή.

Η χαρά ήταν κοινή.

Ενθουσιασμός.

Ανακούφιση.

Αισιοδοξία.

Και μία ανανεωμένη αίσθηση ότι κάποιες φορές, ακόμη και ύστερα από πολύ μεγάλη ματαίωση, μπορεί να ανοίξει ξανά ένας δρόμος προς τη ζωή.

Λίγες εβδομάδες πριν από την απόφαση, σε μία από τις συνεδρίες μας, τη ρώτησα για τα όνειρά της.

Μου είχε απαντήσει:

«Θα ήθελα αυτό που πάντα ήθελα και μου το στέρησαν: μία ζωή.

Να ζω ελεύθερη.

Να μπορώ να εργάζομαι και να είμαι ανεξάρτητη.

Να μπορώ να επιλέγω με ποιον άνθρωπο θέλω να ζω.

Να έχω δικαιώματα και αξία ως ανθρώπινο ον.

Να μπορώ να ξαναδώ τον μικρό μου γιο που βρίσκεται στο Καμερούν.

Αυτό είναι το όνειρό μου.»

Και ίσως, τελικά, αυτό να ήταν και το πραγματικό νόημα εκείνου του μηνύματος στο επαγγελματικό μου κινητό εκείνο το μεσημέρι.

Δεν μου έγραφε απλώς ότι είχε πάρει μία θετική διοικητική απόφαση.

Μου έγραφε:

«Μπορώ επιτέλους να αρχίσω να φτιάχνω τη ζωή που μέχρι σήμερα δεν μου επιτρεπόταν να έχω».

Υ.Γ. Χρησιμοποιείται πλαστό αρχικό με σκοπό την προστασία της ταυτότητας και των προσωπικών δεδομένων του προσώπου.

Από: Χριστίνα Πανταζή

 






Από: Χριστίνα Πανταζή


Σχόλια