H ψυχοθεραπεία και η πολιτική της διάσταση
«Όταν βλέπω τον άνθρωπο, νιώθω αισιόδοξη. Όταν βλέπω τον κόσμο παγκόσμια νιώθω απαισιόδοξη…» Αυτή είναι μία από τις απαντήσεις που νιώθω με αυθεντικότητα και ειλικρίνεια ότι με βρίσκει στις ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες (και στην ζωή μου συνολικά), ιδίως το τελευταίο διάστημα όταν ξεκινάνε οι συνεδρίες και με ρωτάνε οι άνθρωποι στο «πως είμαι». Φράση την οποία έχω δανειστεί από τον ψυχοθεραπευτή Carl Rogers, ένας από τους εκπροσώπους της ανθρωπιστικής προσέγγισης στην ψυχοθεραπεία και με βαθιά ενσυναισθητική στάση.
Μπορούμε άραγε να μιλήσουμε για την ψυχική υγεία ενός ανθρώπου χωρίς να μιλήσουμε καθόλου για τον κόσμο μέσα στον οποίο αυτός ο άνθρωπος ζει;
Για τη δουλειά του;
Για τα χρήματα που έχει ή δεν έχει;
Για το φύλο του (και τις κοινωνικές προσδοκίες του ρόλου του φύλου του;)
Για το σώμα του;
Για την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει;
Για τη φυλή, την καταγωγή, τη σεξουαλικότητα, την αναπηρία, τη μετανάστευση, τη θρησκεία;
Για τις κοινωνικές προσδοκίες που τον περιβάλλουν;
Για τους νόμους, τις πολιτικές, τις οικονομικές συνθήκες και τις μορφές εξουσίας που, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, επηρεάζουν τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της ζωής του;
Ίσως όχι.
Η ψυχοθεραπεία συχνά ξεκινά από ένα πολύ προσωπικό αίτημα:
«Θέλω να σταματήσουν οι κρίσεις πανικού».
«Θέλω να μη νιώθω τόσο θλιμμένος».
«Θέλω να μπορώ να κοιμάμαι».
«Θέλω να σταματήσω να φοβάμαι».
«Θέλω να καταλάβω γιατί οι σχέσεις μου καταλήγουν έτσι».
Όλα αυτά είναι βαθιά προσωπικά.
Δεν σημαίνει όμως ότι δημιουργήθηκαν αποκλειστικά μέσα σε ένα κοινωνικό κενό.
Η ψυχική υγεία επηρεάζεται από ατομικούς, οικογενειακούς, κοινωνικούς και δομικούς παράγοντες. Πλέον προσπαθούμε να την δούμε ως ένα ευρύτερο βιοψυχοκοινωνικο ζητημα.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει ρητά ότι η φτώχεια, η βία, η ανισότητα, η αναπηρία, οι συνθήκες εργασίας, η εκπαίδευση, η στέγαση και η πρόσβαση σε πόρους μπορούν να προστατεύουν/ενισχύουν ή να επιβαρύνουν την ψυχική υγεία.
Και επομένως, κάποια στιγμή, η θεραπεία μπορεί να χρειαστεί να ρωτήσει κάτι περισσότερο από:
«Τι συμβαίνει μέσα σου;»
Μπορεί να χρειαστεί να ρωτήσει επίσης μαζί με αυτό :
«Τι έχει συμβεί γύρω σου;»
Γιατί αν η ψυχοθεραπεία περιοριστεί αποκλειστικά στο να «φύγει το σύμπτωμα», κινδυνεύουμε κάποιες φορές να χάσουμε ένα μεγαλύτερο κομμάτι της εικόνας.
Ο άνθρωπος που έρχεται στη θεραπεία δεν είναι απλώς ένα νευρικό σύστημα.
Δεν είναι μία διάγνωση.
Δεν είναι μία σειρά γνωσιακών σχημάτων.
Είναι κάποιος που έχει μία ιστορία και ζει σε μία συγκεκριμένη εποχή, σε μία συγκεκριμένη κοινωνία και μέσα σε συγκεκριμένες σχέσεις.
Και ίσως ένα βαθύτερο αίτημα της θεραπείας να αφορά όχι μόνο την ανακούφιση από τα συμπτώματα αλλά μία γενικότερη κίνηση προς περισσότερη υγεία, σύνδεση, αυτογνωσία και δυνατότητα επιλογής.
Να αρχίσω να καταλαβαίνω:
Ποιος είμαι;
Τι από όσα κουβαλάω είναι δικό μου;
Τι έμαθα από την οικογένειά μου;
Τι έμαθα από την κοινωνία;
Ποιες αφηγήσεις για το φύλο, το σώμα, την επιτυχία, την αξία, την οικογένεια, τη σεξουαλικότητα ή τη δουλειά υιοθέτησα χωρίς ποτέ πραγματικά να τις εξετάσω;
Και, ως ενήλικος πλέον:
ποια από αυτά επιθυμώ να συνεχίσω και ποια όχι;
Με αυτή την έννοια, η επίγνωση της προσωπικής ιστορίας μπορεί να συναντήσει και την επίγνωση του κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο αυτή η ιστορία δημιουργήθηκε.
Και αν μιλάμε για τους ανθρώπους που προσέρχονται στον θεραπευτικό χώρο για φροντίδα, δεν μπορούμε να αφήσουμε έξω από αυτή τη συζήτηση και τους ανθρώπους που την προσφέρουν.
Τις /τους θεραπεύτριες/τες
Γιατί ούτε ο θεραπευτής (τρία) εμφανίζεται στη θεραπευτική σχέση ως ουδέτερο σώμα χωρίς ιστορία.
Κουβαλά και εκείνος τη δική του οικογένεια.
Την τάξη στην οποία μεγάλωσε.
Το φύλο του.
Την οικονομική του θέση.
Την κουλτούρα του.
Την εκπαίδευσή του.
Τη σεξουαλικότητα.
Την ηλικία.
Το σώμα.
Την κατάσταση της υγείας του.
Τις πολιτισμικές και κοινωνικές του αναφορές.
Και μαζί με αυτά κουβαλά, όπως κάθε άνθρωπος, τυφλά σημεία, προκαταλήψεις, γνώσεις αλλά και πράγματα που δεν έχει χρειαστεί ποτέ να γνωρίσει.
Και οι θεραπεύτριες μέσα στα πολλά, είναι να εμβαθύνουν προσωπικά και αναστοχαστικα που στέκονται εκείνες σε όλα αυτά.
Οι πολυπολιτισμικές κατευθυντήριες οδηγίες της American Psychological Association ζητούν από τους ψυχολόγους να αναγνωρίζουν ακριβώς αυτό: ότι και οι ίδιοι είναι πολιτισμικά τοποθετημένα πρόσωπα, ότι οι πεποιθήσεις και οι εμπειρίες τους μπορούν να επηρεάσουν την κλινική τους κατανόηση και ότι χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη το κοινωνικό περιβάλλον, η ταυτότητα, η εξουσία, τα προνόμια και οι εμπειρίες καταπίεσης.
Δεν σημαίνει ότι ο θεραπευτής πρέπει να τα γνωρίζει όλα.
Αυτό θα ήταν μία άλλη μορφή παντοδυναμίας.
Σημαίνει όμως ότι χρειάζεται να γνωρίζει από ποια θέση κοιτάζει.
Κάπου εδώ εμφανίζεται και η έννοια της διαθεματικότητας.
Ο όρος intersectionality συνδέθηκε αρχικά με το έργο της νομικού Kimberlé Crenshaw το 1989, όταν ανέδειξε το πρόβλημα του να εξετάζουμε το φύλο και τη φυλή σαν δύο εντελώς ανεξάρτητες κατηγορίες, δείχνοντας πώς οι εμπειρίες των μαύρων γυναικών μπορούσαν να εξαφανίζονται όταν η ανάλυση γινόταν μόνο μέσα από έναν άξονα κάθε φορά.
Η έννοια στη συνέχεια επεκτάθηκε πολύ πέρα από το αρχικό της πλαίσιο.
Μας βοηθά να σκεφτούμε ότι ένας άνθρωπος δεν είναι ποτέ μόνο μία ταυτότητα.
Μία γυναίκα δεν είναι μόνο γυναίκα.
Μπορεί ταυτόχρονα να είναι φτωχή ή εύπορη, μετανάστρια ή γηγενής, ανάπηρη ή μη ανάπηρη, ετεροφυλόφιλη, λεσβία ή αμφιφυλόφιλη, νέα ή ηλικιωμένη.
Και οι διαφορετικές αυτές θέσεις μπορεί να συναντιούνται και να δημιουργούν πολύ διαφορετικές εμπειρίες μέσα στον ίδιο κοινωνικό κόσμο.
Η APA έχει εντάξει ρητά την διαθεματικότητα στις πολυπολιτισμικές της κατευθυντήριες οδηγίες, αντιμετωπίζοντας την ταυτότητα ως σύνθετη και συνδεδεμένη με πολλαπλά κοινωνικά πλαίσια.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα στην ψυχοθεραπευτική σχέση.
Γιατί η θεραπεία είναι και η ίδια μία σχέση με συγκεκριμένη δομή.
Έχει όρια.
Έχει δεοντολογία.
Έχει διάρκεια.
Έχει οικονομική συναλλαγή.
Έχει έναν άνθρωπο που αναλαμβάνει επαγγελματικά την ευθύνη να παρέχει φροντίδα και έναν άνθρωπο που έρχεται για να τη λάβει.
Οι δύο πλευρές δεν έχουν τον ίδιο ρόλο.
Και αυτή η διαφορά ρόλου σημαίνει ότι υπάρχει ήδη μία μορφή ασυμμετρίας μέσα στη σχέση.
Η ευθύνη για τα θεραπευτικά όρια, τη δεοντολογία και την κατάλληλη χρήση αυτής της θέσης ανήκει στον επαγγελματία — όχι στον θεραπευόμενο.
Μέσα σε αυτή τη σχέση όμως συναντιούνται δύο ή περισσότεροι πραγματικοί άνθρωποι.
Και μαζί τους συναντιούνται διαφορετικές κοινωνικές εμπειρίες.
Έτσι, το κοινωνικό και το πολιτικό πλαίσιο δεν χρειάζεται να «μπει» τεχνητά στη θεραπεία.
Πολλές φορές είναι ήδη εκεί.
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Μια θεραπεύτρια έχει μεγαλώσει σε μία οικονομικά εύπορη οικογένεια.
Έχει σταθερότητα.
Στέγη.
Οικονομικό δίχτυ ασφαλείας.
Και απέναντί της κάθεται ένας άνθρωπος που εργάζεται με επισφαλείς όρους, δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιό του και ζει με μόνιμο φόβο ότι μία οικονομική αναποδιά μπορεί να τον αφήσει χωρίς βασικά αγαθά.
Οι δύο άνθρωποι μπορεί να συναντιούνται θεραπευτικά.
Αλλά δεν έχουν ζήσει την οικονομική ανασφάλεια από την ίδια θέση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η θεραπευτρια δεν μπορεί να βοηθήσει.
Σημαίνει ότι χρειάζεται να αναγνωρίσει το όριο της δικής της εμπειρίας.
Να μην ερμηνεύσει κάθε άγχος του θεραπευόμενου σαν ατομική «δυσλειτουργία».
Να μπορεί να διακρίνει ότι κάποια αγωνία είναι και μία εύλογη αντίδραση σε πραγματικές επισφαλείς συνθήκες.
Ο WHO τονίζει ότι το εισόδημα, η εργασία, η στέγαση και γενικότερα οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες επηρεάζουν σημαντικά την υγεία και ότι δεν είναι κατάλληλο να αποδίδεται αποκλειστικά στο άτομο ευθύνη για συνθήκες που βρίσκονται σε σημαντικό βαθμό έξω από τον άμεσο έλεγχό του.
Και τότε η θεραπευτική ερώτηση αλλάζει.
Δεν είναι απλώς:
«Γιατί αγχώνεσαι τόσο;»
Αλλά μπορεί να γίνει:
«Ποιο κομμάτι αυτού του άγχους σχετίζεται με τον τρόπο που έχεις μάθει να αντιμετωπίζεις τον κόσμο και ποιο κομμάτι είναι μία πραγματική αντίδραση στις συνθήκες μέσα στις οποίες καλείσαι να ζήσεις;»
Αυτή είναι μία πολύ διαφορετική θέση.
Και, κατά τη γνώμη μου, πολύ πιο ανθρώπινη.
Εδώ συναντάμε και μία δύσκολη συζήτηση γύρω από την ατομική ευθύνη.
Η ατομική ευθύνη ασφαλώς υπάρχει.
Η ψυχοθεραπεία χωρίς καμία αίσθηση προσωπικής δυνατότητας, επιλογής και ευθύνης θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε μία άλλη μορφή ακινησίας.
Όμως η ατομική ευθύνη δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ατομική ενοχοποίηση.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:
«Τι μπορώ να κάνω εγώ μέσα στις συνθήκες που υπάρχουν;»
και στο:
«Ό,τι μου συμβαίνει είναι αποκλειστικά δικό μου φταίξιμο».
Το πρώτο μπορεί να αυξήσει τη δυνατότητα δηλαδή του ανθρώπου να δράσει.
Το δεύτερο μπορεί να εξαφανίσει από την εικόνα πραγματικές κοινωνικές, οικονομικές ή θεσμικές δυσκολίες και να μετατρέψει κάθε πρόβλημα σε προσωπική ανεπάρκεια.
Μία ώριμη θεραπευτική θέση χρειάζεται ίσως να μπορεί να κρατήσει και τα δύο:
τους περιορισμούς και τις δυνατότητες.
Την πραγματικότητα του περιβάλλοντος και την προσωπική δυνατότητα δράσης μέσα σε αυτή.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται, για μένα, ένα μέρος της πολιτικής διάστασης της ψυχοθεραπείας.
Όχι στο να λέει ο θεραπευτής στον άνθρωπο τι πρέπει να πιστεύει.
Όχι στο να μετατρέπεται η θεραπεία σε χώρο κομματικής ή ιδεολογικής στρατολόγησης.
Όχι στο να θεωρεί ότι γνωρίζει ποια πολιτική θέση είναι η «σωστή» για τον θεραπευόμενο.
Αυτό θα ήταν μία κατάχρηση της θεραπευτικής θέσης.
Η πολιτική διάσταση βρίσκεται περισσότερο στην επίγνωση ότι ο άνθρωπος δεν υπάρχει αποκομμένος από τον κόσμο του.
Και ότι ο θεραπευτής χρειάζεται να είναι αρκετά ανοιχτός ώστε να ακούσει αυτόν τον κόσμο ακόμη κι όταν είναι πολύ διαφορετικός από τον δικό του.
Αυτό σημαίνει και συνεχή ευθύνη από τη δική μας πλευρά ως επαγγελματίες.
Να εκπαιδευόμαστε.
Να εποπτευόμαστε.
Να γνωρίζουμε τα όρια της γνώσης μας.
Να εξετάζουμε τις δικές μας προκαταλήψεις.
Να εργαζόμαστε προσωπικά με τον εαυτό μας.
Να παραμένουμε περίεργοι.
Να μπορούμε να αμφισβητούμε όσα θεωρούμε αυτονόητα.
Και όταν συναντάμε μία πραγματικότητα που δεν γνωρίζουμε, να μην προσποιούμαστε ότι τη γνωρίζουμε.
Να ρωτάμε.
Να μαθαίνουμε.
Να ακούμε.
Γιατί όλοι μας έχουμε μεγαλώσει μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.
Και επομένως όλοι έχουμε μία συγκεκριμένη — και αναγκαστικά περιορισμένη — θέαση της πραγματικότητας.
Δεν χρειάζεται ένας θεραπευτής να γνωρίζει τα πάντα για κάθε μορφή κοινωνικής ανισότητας.
Χρειάζεται όμως να μπορεί να αντιλαμβάνεται ότι η φτώχεια, η επισφαλής εργασία, οι κοινωνικές διακρίσεις, η έμφυλη βία, ο ρατσισμός, η αναπηρία, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η έλλειψη στέγης ή η περιβαλλοντική ανασφάλεια δεν είναι απλώς «εξωτερικές πληροφορίες».
Μπορούν να βιώνονται μέσα στο σώμα.
Στο άγχος.
Στην ντροπή.
Στην εξάντληση.
Στον θυμό.
Στην αίσθηση ανημπόριας.
Στην αυτοεκτίμηση.
Στην εμπιστοσύνη προς τους άλλους.
Στη δυνατότητα να φανταστεί κάποιος το μέλλον του.
Η διεθνής βιβλιογραφία για τους κοινωνικούς προσδιοριστές της υγείας και της ψυχικής υγείας τεκμηριώνει ακριβώς αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στις συνθήκες ζωής και στην ψυχική ευημερία.
Το πολιτικό, λοιπόν, μπορεί να ιδωθεί σαν ένα υπερσύστημα.
Επηρεάζει κοινωνίες.
Οι κοινωνίες επηρεάζουν κοινότητες.
Οι κοινότητες επηρεάζουν οικογένειες.
Οι οικογένειες επηρεάζουν τα άτομα.
Και τα άτομα, με τη σειρά τους, συμμετέχουν και επηρεάζουν όλα αυτά τα συστήματα.
Αυτή η σκέψη είναι άλλωστε πολύ οικεία στη συστημική προσέγγιση:
ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως αποκομμένος από τις σχέσεις και τα συστήματα στα οποία συμμετέχει.
Και μέσα στη θεραπεία μπορεί να εμφανιστούν όλες αυτές οι διαστάσεις.
Μέσα από μία γυναίκα που ντρέπεται να διεκδικεί επειδή έμαθε ότι «δεν είναι γυναικείο».
Μέσα από έναν άνδρα που δυσκολεύεται να κλάψει επειδή μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι η ευαλωτότητα είναι αδυναμία.
Μέσα από έναν άνθρωπο που ντρέπεται για την οικονομική του κατάσταση.
Μέσα από έναν γκέι έφηβο που προσπαθεί να αποφασίσει αν είναι ασφαλές να μιλήσει στην οικογένειά του.
Μέσα από έναν άνθρωπο με αναπηρία που κουράστηκε να ακούει ότι «αν προσπαθήσει αρκετά, όλα γίνονται».
Εκεί το προσωπικό και το κοινωνικό δεν βρίσκονται πάντα σε διαφορετικά δωμάτια.
Μπορεί να κατοικούν μέσα στην ίδια εμπειρία.
Και ίσως γι' αυτό ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία του θεραπευτή να είναι τελικά το ενδιαφέρον για τον κόσμο.
Όχι η πεποίθηση ότι γνωρίζει τα πάντα γι' αυτόν.
Αλλά το νοιάξιμο να μαθαίνει.
Να γνωρίζει ότι υπάρχουν πολλές ταυτόχρονες πραγματικότητες.
Ότι δύο άνθρωποι μπορούν να ζουν στην ίδια πόλη και να βιώνουν σχεδόν διαφορετικούς κόσμους.
Και ότι για να μπορέσουμε πραγματικά να ακούσουμε τον άνθρωπο απέναντί μας, χρειάζεται κάποιες φορές να μπορούμε να δούμε όχι μόνο τι υπάρχει μέσα του, αλλά και μέσα σε τι υπάρχει εκείνος.
Γιατί η θεραπεία μπορεί να είναι ένας βαθιά προσωπικός χώρος.
Αλλά ο άνθρωπος που μπαίνει σε αυτόν δεν αφήνει την κοινωνία έξω από την πόρτα.
Τη φέρνει μαζί του.
Στις μνήμες του.
Στο σώμα του.
Στους φόβους.
Στις ευκαιρίες που είχε.
Στις ευκαιρίες που δεν είχε.
Στους τρόπους με τους οποίους έμαθε να βλέπει τον εαυτό του.
Και ίσως μία ψυχοθεραπεία που θέλει πραγματικά να συναντήσει τον άνθρωπο χρειάζεται να μπορεί να ακούσει και την προσωπική του ιστορία και τον κόσμο μέσα στον οποίο αυτή γράφτηκε.
Άλλωστε μέσα από την επούλωση και την ατομική μετακίνηση, ένας από τους (ελπιδοφόρους στόχους ) της ψυχοθεραπείας είναι και να αποτελέσει ένα όχημα σε μια ευρύτερη, συλλογική μετακίνηση και όχι απλά σε ένα χώρο που έρχεται ξεκινά και σταματά απλά σε μια ατομική ευθύνη.
Από: Χριστίνα Πανταζή



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου