Ο πόνος περνάει…πονώντας
«Some people think that to be strong is to
never feel pain. In reality, the strongest people are the ones who feel it, understand
it and accept it” unknown
“Don’t fight your pain;you can’t win. The
paradox of recovery is that you have to surrender to win. Accepting what you
cannot change makes the difference” From pain recovery:how to find balance and reduce
suffering from chronic pain
Ναι — εδώ θα κρατούσα πολύ τη βασική σου ιδέα και τη βιωματική φωνή, αλλά θα μαλάκωνα ορισμένες απόλυτες διατυπώσεις, κυρίως το ότι ο πόνος «πρέπει» πάντα να βιωθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο για να περάσει. Θα ξεχώριζα επίσης λίγο καλύτερα τον σωματικό από τον ψυχικό πόνο και θα πρόσεχα να μη φανεί ότι κάθε τραυματική εμπειρία οδηγεί αναγκαστικά σε μετατραυματική ανάπτυξη.
Ο πόνος περνάει… πονώντας
«Some people think that to be strong is to never feel pain. In reality, the strongest people are the ones who feel it, understand it and accept it.»
— Unknown
«Don’t fight your pain; you can’t win. The paradox of recovery is that you have to surrender to win. Accepting what you cannot change makes the difference.»
— Pain Recovery: How to Find Balance and Reduce Suffering from Chronic Pain
Το σημερινό κείμενο ξεκινά με μία διαπίστωση.
Κάθε φορά που στις συνεδρίες συναντώ έναν άνθρωπο, ένα ζευγάρι ή μία οικογένεια που πονά και προσπαθεί να διαχειριστεί αυτόν τον πόνο με διάφορους τρόπους, κάτι μέσα μου πάλλεται και συγκινείται.
Δύσκολος ο πόνος.
Θέλει δύναμη να τον αντέξεις. Θέλει κουράγιο. Και πολλές φορές χρειάζεται είτε εσύ που πονάς είτε — ίσως ακόμη περισσότερο — οι άνθρωποι γύρω σου να μπορούν να σταθούν δίπλα σου χωρίς να αισθάνονται ότι πρέπει οπωσδήποτε να «διορθώσουν» κάτι.
Είναι από τα δυσκολότερα πράγματα να στέκεσαι δίπλα στον πόνο και στην οδύνη κάποιου χωρίς να βιάζεσαι να τα εξαφανίσεις.
Κάθε φορά που βλέπω απέναντί μου κάποιον να πονά — επειδή έχασε έναν άνθρωπο, μία σχέση, ένα κομμάτι του σώματος ή του εαυτού του, χρόνια από τη ζωή του, μία προσδοκία, μία δυνατότητα, ένα όνειρο — ένα κομμάτι μου συνδέεται με αυτή την εμπειρία.
Γιατί γνωρίζει.
Γνωρίζει μέσα από δικές μου προσωπικές εμπειρίες, αλλά και επειδή η ίδια η ανθρώπινη ζωή εμπεριέχει, μαζί με τόσα άλλα, και τον πόνο.
Γύρω μας και μέσα μας.
Και λέω αρχικά «στέκομαι και συνδέομαι», επειδή όταν ο πόνος έρχεται στην επιφάνεια — συνειδητά ή μέσα από κάποιο γεγονός που μας χτυπά ξαφνικά την πόρτα — η πρώτη μας αντίδραση πολύ συχνά δεν είναι να τον πλησιάσουμε.
Είναι να φύγουμε από αυτόν.
Να τον αποφύγουμε.
Να τον ελέγξουμε.
Να τον μουδιάσουμε.
Να τον αρνηθούμε.
Η άρνηση, η υπεραπασχόληση, η χρήση ουσιών ή αλκοόλ, η προβληματική σχέση με το φαγητό, οι καταναγκαστικές συμπεριφορές ή άλλες στρατηγικές μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, να λειτουργήσουν σαν τρόποι προσωρινής απομάκρυνσης από μία εμπειρία που εκείνη τη στιγμή μοιάζει αβάσταχτη.
Και αυτό χρειάζεται επίσης κατανόηση.
Γιατί η αποφυγή δεν είναι πάντοτε «εχθρός». Μερικές φορές είναι ένας τρόπος με τον οποίο η ψυχή προσπαθεί προσωρινά να μας προστατεύσει από κάτι που δεν έχουμε ακόμη τις δυνάμεις να επεξεργαστούμε.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν αυτή η προστασία γίνεται ο μοναδικός τρόπος ζωής.
Όταν περνούν χρόνια και όλη μας η ψυχική ενέργεια δαπανάται στο να μη συναντήσουμε ποτέ εκείνο που πονά.
Ακόμη και στο θεραπευτικό γραφείο ακούγεται συχνά ένα αίτημα σαν:
«Βοήθησέ με να μη νιώθω αυτόν τον πόνο».
Ή:
«Δώσε μου έναν τρόπο να τον διαχειριστώ για να φύγει».
Και κάποιες φορές η πρώτη θεραπευτική μετατόπιση δεν είναι να εξαφανιστεί ο πόνος.
Είναι να δημιουργηθεί αρκετή ασφάλεια ώστε να μπορέσει να υπάρξει.
Να αποκτήσει γλώσσα.
Να εκφραστεί.
Να γίνει ορατός.
Να βρει χώρο δίπλα και στα υπόλοιπα συναισθήματα, χωρίς να χρειάζεται ούτε να μας κατακλύσει ούτε να τον εξαφανίσουμε αμέσως.
Γιατί όταν ο πόνος μπορεί σταδιακά να βιωθεί μέσα σε ένα ασφαλές πλαίσιο, μπορεί να μας φέρει σε βαθύτερη επαφή με την ευαλωτότητά μας, με όσα χάσαμε, με όσα χρειαζόμαστε, με τα όριά μας, ακόμη και με πτυχές του εαυτού μας που είχαμε για χρόνια αφήσει στην άκρη.
Και κάποιες φορές, αφού καταναλωθεί λιγότερη ενέργεια στο να τον πολεμάμε, αυτή η ενέργεια μπορεί να επιστρέψει στη δημιουργικότητα, στη σύνδεση, στη φροντίδα και στην ίδια τη ζωή.
Αυτό «παντρεύεται» και με τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία μας σχετίζεται με τον πόνο.
Γρήγορες λύσεις.
«Πέντε τρόποι για να νιώσεις καλύτερα».
Συνταγές άμεσης ανακούφισης.
Μία συνεχής παρότρυνση να κάνουμε κάτι ώστε να σταματήσουμε γρήγορα να αισθανόμαστε άσχημα.
Σαν ο πόνος από μόνος του να αποτελεί αποτυχία.
Σαν το δύσκολο συναίσθημα να πρέπει να εξαφανιστεί όσο γίνεται πιο γρήγορα για να επιστρέψουμε στην «κανονικότητα».
Φυσικά, κανείς δεν επιθυμεί τον πόνο. Ο άνθρωπος φυσιολογικά αναζητά ό,τι του προσφέρει ανακούφιση, ασφάλεια και ευχαρίστηση.
Και, αντίστοιχα, η αγκύλωση στον πόνο δεν είναι θεραπεία.
Το να ξαναζούμε αδιάκοπα μία τραυματική εμπειρία χωρίς ασφάλεια, χωρίς υποστήριξη και χωρίς δυνατότητα επεξεργασίας δεν αποτελεί από μόνο του επούλωση.
Δεν χρειάζεται να πονάμε περισσότερο για να αποδείξουμε ότι θεραπευόμαστε.
Χρειάζεται όμως, όταν ο πόνος υπάρχει, να μπορεί σταδιακά να αποκτήσει χώρο και χρόνο, ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι μας συνέβη, τι χάσαμε, τι χρειαστήκαμε και ίσως δεν πήραμε, τι χρειάζεται πλέον να φροντίσουμε διαφορετικά.
Κάπως έτσι μπορεί σταδιακά να ανοίξει ο δρόμος προς την επούλωση, τη δημιουργία, την ωρίμανση και μία μεγαλύτερη ελευθερία.
Ο πόνος, άλλωστε, έχει και μία πληροφοριακή διάσταση.
Μας πληροφορεί.
Ας σκεφτούμε κάτι πολύ απλό από το σώμα.
Χτυπάμε το μικρό δάχτυλο του ποδιού μας στη γωνία ενός τραπεζιού.
Πονάμε.
Και αυτός ο πόνος μάς πληροφορεί ότι κάτι συνέβη στο σώμα μας. Μας κάνει να τραβήξουμε το πόδι, να προστατευτούμε, να προσέξουμε περισσότερο.
Η δυσάρεστη εμπειρία καταγράφεται.
Και μέσα από αυτή μαθαίνουμε.
Φυσικά, ο ψυχικός πόνος είναι πολύ πιο σύνθετος και δεν λειτουργεί πάντα τόσο γραμμικά. Όμως κι εκείνος μπορεί να μεταφέρει πληροφορία.
Μπορεί να λέει:
«Κάτι εδώ με πλήγωσε».
«Κάτι έχασα».
«Κάποιο όριό μου παραβιάστηκε».
«Κάποια ανάγκη μου έμεινε για πολύ καιρό ακάλυπτη».
«Κάτι εξακολουθεί να χρειάζεται φροντίδα».
Ο νευρολόγος Oliver Sacks είχε επίσης αναφερθεί στην παράδοξη σημασία του σωματικού πόνου. Υπάρχουν σπάνιες συγγενείς καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από αδυναμία αίσθησης του πόνου — γνωστές ευρύτερα ως congenital insensitivity to pain.
Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί κάτι τέτοιο σαν μία «υπερδύναμη».
Δεν είναι.
Οι άνθρωποι που δεν αισθάνονται σωματικό πόνο μπορεί να τραυματιστούν, να υποστούν εγκαύματα ή άλλες σοβαρές βλάβες χωρίς να λάβουν το προειδοποιητικό σήμα που θα τους έκανε να απομακρυνθούν από τον κίνδυνο ή να αναζητήσουν έγκαιρα φροντίδα.
Η απουσία πόνου, επομένως, δεν ισοδυναμεί πάντα με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Μερικές φορές συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Και χωρίς φυσικά να ταυτίζουμε τον σωματικό με τον ψυχικό πόνο, υπάρχει εδώ μία ενδιαφέρουσα μεταφορά.
Ο ψυχικός πόνος μπορεί να γίνει ένας αγγελιοφόρος.
Έρχεται να μας πει ότι κάτι βιώθηκε ως επώδυνο.
Και εκεί όπου ο νους μπορεί να προσπαθεί να μας πείσει:
«Δεν ήταν τίποτα».
«Υπερβάλλεις».
«Άλλοι πέρασαν χειρότερα».
«Πρέπει να το έχεις ξεπεράσει».
η ίδια η εμπειρία του πόνου μπορεί να λειτουργήσει σχεδόν υπερασπιστικά.
Να πει:
«Όχι. Αυτό σε πόνεσε.»
Να επιβεβαιώσει μία ταλαιπωρία που ίσως για χρόνια υποτιμήθηκε, αποσιωπήθηκε ή δεν αναγνωρίστηκε από κανέναν.
Και τότε μπορούμε να αρχίσουμε να στεκόμαστε περισσότερο δίπλα στον εαυτό μας.
Να κάνουμε τον πόνο ορατό.
Να τον ονομάσουμε.
Να τον εξερευνήσουμε.
Να τον κατανοήσουμε μέσα στην ιστορία μας.
Και μαζί με αυτό, να αρχίσουμε να μας φροντίζουμε λίγο περισσότερο.
Να μας ξεκουράσουμε.
Να μας περιποιηθούμε.
Να δώσουμε χώρο σε ανάγκες και επιθυμίες που παρέμεναν ανικανοποίητες.
Να αφήσουμε, όπως συμβαίνει και με ένα σωματικό τραύμα, τις κατάλληλες συνθήκες για επούλωση.
Και μέσα από τη βιωμένη εμπειρία μπορεί σταδιακά να αναδυθεί και μία καινούργια γνώση για τον εαυτό.
Τι χρειάζεται να αλλάξω.
Τι χρειάζεται να θρέψω.
Ποιες σχέσεις μου κάνουν καλό.
Ποιες συνθήκες με εξαντλούν.
Πού χρειάζομαι περισσότερα όρια.
Πώς μπορώ να φροντίζω περισσότερο τον εαυτό μου.
Πώς μπορώ να προχωρώ έχοντας μαζί μου περισσότερη εμπειρία και περισσότερη γνώση για όσα με πληγώνουν και για όσα με βοηθούν να επανέρχομαι.
Στον επιστημονικό χώρο, άλλωστε, δίπλα στη μελέτη του μετατραυματικού στρες υπάρχει και η έννοια της μετατραυματικής ανάπτυξης ή ωρίμανσης (post-traumatic growth).
Δεν σημαίνει ότι κάθε τραύμα «μας κάνει καλύτερους».
Ούτε ότι πρέπει να βρούμε κάτι θετικό σε μία οδυνηρή εμπειρία.
Ούτε ότι η ανάπτυξη είναι υποχρέωση του ανθρώπου που υπέφερε.
Σημαίνει ότι σε κάποιους ανθρώπους, μετά από μία δύσκολη εμπειρία και μέσα από μία μακρά διεργασία επεξεργασίας, υποστήριξης και αναδιοργάνωσης, μπορεί να εμφανιστούν νέες μετατοπίσεις: στις σχέσεις, στις προτεραιότητες, στην εικόνα του εαυτού, στο νόημα της ζωής ή στην αναγνώριση της προσωπικής τους δύναμης.
Όχι επειδή το τραύμα ήταν «δώρο».
Αλλά επειδή ο άνθρωπος κατάφερε να χτίσει κάτι καινούργιο μέσα από ό,τι του συνέβη.
Και κάπως έτσι φτάνω στην κεντρική σκέψη αυτού του κειμένου.
Ο πόνος, όταν υπάρχει, πολλές φορές περνάει… πονώντας.
Όχι επειδή χρειάζεται να υποφέρουμε αδιάκοπα.
Αλλά επειδή δύσκολα θεραπεύεται κάτι που πρέπει συνεχώς να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει.
Και επειδή το να αντέξουμε τον πόνο δεν είναι μία ικανότητα που έχουμε όλοι στον ίδιο βαθμό, χρειαζόμαστε αυτό που θα αποκαλούσα κάπως μεταφορικά «ψυχικούς μύες».
Όπως ένα σώμα που δεν έχει γυμναστεί δεν μπορεί ξαφνικά να σηκώσει πολύ μεγάλο βάρος, έτσι και η ψυχή πολλές φορές χρειάζεται χρόνο, υποστήριξη και σταδιακή ενδυνάμωση για να μπορέσει να πλησιάσει δύσκολες εμπειρίες χωρίς να κατακλυστεί.
Χρειάζεται ασφαλείς ανθρώπους.
Συντροφικότητα.
Αποδοχή.
Αυτοφροντίδα.
Όρια.
Ξεκούραση.
Αγάπη.
Ενίοτε και θεραπευτική υποστήριξη.
Όχι για να γίνουμε τόσο δυνατοί ώστε να μη νιώθουμε τίποτα.
Αλλά τόσο ασφαλείς ώστε να μπορούμε να νιώθουμε χωρίς να διαλυόμαστε.
Ίσως λοιπόν το αίτημα «πώς μπορώ να μην πονάω;» να μπορεί, κάποιες φορές, να μετακινηθεί λίγο.
Όχι προς μία εξιδανίκευση του πόνου.
Αλλά προς μία διαφορετική στάση απέναντί του:
να μπορέσω να φροντιστώ, να υποστηριχθώ και να ενδυναμωθώ αρκετά ώστε, όταν ο πόνος εμφανίζεται, να μπορώ να περάσω μέσα από αυτόν χωρίς να χρειάζεται ούτε να τον αρνούμαι ούτε να χαθώ ολόκληρος μέσα του.
Και ίσως η πραγματική δύναμη να μη βρίσκεται τελικά στο να μην πονάμε.
Να βρίσκεται στο να μπορούμε να αναγνωρίζουμε ότι πονάμε, να καταλαβαίνουμε τι μας συμβαίνει, να ζητάμε ό,τι χρειαζόμαστε και κάποια στιγμή, όταν ο χρόνος και η διεργασία το επιτρέψουν, να ξαναστρεφόμαστε προς τη ζωή.
Γιατί η αποσύνδεση από τα πληγωμένα μας κομμάτια δεν μας κάνει απαραίτητα πιο δυνατούς.
Μπορεί απλώς να μας κάνει λιγότερο διαθέσιμους στον ίδιο μας τον εαυτό.
Και η επούλωση ίσως δεν είναι η στιγμή που δεν αισθανόμαστε πλέον κανέναν πόνο.
Ίσως είναι η στιγμή που ο πόνος παύει να χρειάζεται να οργανώνει ολόκληρη τη ζωή μας.
Από: Χριστίνα Πανταζή
Από: Χριστίνα Πανταζή



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου