Όταν για να κερδίσεις εσένα, χάνεις άλλους
Η πιο σκληρή μάχη: Όταν για να κερδίσεις εσένα, χάνεις άλλους
Ιστορία Νο 1
Βλέπω ένα ντοκιμαντέρ.
Το θέμα του αφορά έναν Καμερουνέζο, ετεροφυλόφιλο άνδρα κινηματογραφιστή, ο οποίος ζει στο Βερολίνο εδώ και είκοσι χρόνια.
Με αφορμή τη δική του εμπειρία διαφορετικότητας ως μαύρος άνδρας που ζει στην Ευρώπη, αποφασίζει να διερευνήσει γιατί η χώρα από την οποία προέρχεται, το Καμερούν, αντιμετωπίζει με τόσο μίσος τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, ενώ ο ίδιος, ζώντας στο Βερολίνο, έχει γνωρίσει μία εντελώς διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα.
Στο Καμερούν η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται ως ποινικό αδίκημα και πολλά ΛΟΑΤΚΙ άτομα βιώνουν σκληρό στιγματισμό, διώξεις και βία.
Αποφασίζει να επιστρέψει.
Να μιλήσει με ανθρώπους από το παρελθόν του.
Να συναντήσει τους παιδικούς του φίλους.
Όταν, όμως, μοιράζεται μαζί τους την ιδέα για το νέο του ντοκιμαντέρ, εκείνοι τον απορρίπτουν.
Ο πατέρας του, έχοντας ήδη μάθει από το τηλέφωνο ποιο θέμα σκοπεύει να εξερευνήσει, εξαφανίζεται όταν εκείνος φτάνει στο Καμερούν και αρνείται να τον συναντήσει.
Η κοινότητα μέσα στην οποία μεγάλωσε αρχίζει να του γυρίζει την πλάτη.
Για εκείνους, το θέμα με το οποίο καταπιάνεται θεωρείται αμάρτημα, χυδαιότητα, ύβρις, «προϊόν της Δύσης».
Εκείνος όμως έχει πλέον γνωρίσει ανθρώπους που βασανίστηκαν, στιγματίστηκαν και θυσιάστηκαν επειδή ήταν ομοφυλόφιλοι.
Και αποφασίζει να κάνει το ντοκιμαντέρ.
Ξέρει ότι αυτή η απόφαση θα έχει κόστος.
Θα του κοστίσει τη σχέση με τον πατέρα του.
Με φίλους.
Με κομμάτια της οικογένειάς του.
Ακόμη και με την ίδια του τη χώρα, μέσα στην οποία πλέον μπορεί να θεωρείται ανεπιθύμητος επειδή υπερασπίζεται τα δικαιώματα ανθρώπων που η κοινότητά του απορρίπτει.
Κι όμως επιλέγει να προχωρήσει.
Γιατί οι αξίες του και η αίσθηση ανθρωπιάς του γίνονται, κάποια στιγμή, σημαντικότερες από την ανάγκη να παραμείνει αποδεκτός.
Κερδίζει κάτι από τον εαυτό του.
Χάνοντας κάτι από τους άλλους.
Ιστορία Νο 2 – Μυθοπλασία
Μία γυναίκα, ύστερα από χρόνια γάμου, ζητά από τον άνδρα της κάτι που κάποτε θα της φαινόταν σχεδόν αδιανόητο:
να τη θεωρεί ισότιμη.
Να σταματήσει να τη μειώνει.
Να σταματήσει να αντιμετωπίζει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις απόψεις της ως μονίμως λανθασμένες.
Μετά από χρόνια προσωπικής θεραπείας έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται κάτι βαθύτερο.
Δεν ήταν μόνο εκείνος που την αντιμετώπιζε ως «λίγη».
Και η ίδια είχε μάθει να βλέπει τον εαυτό της έτσι.
Εκείνος ο σωστός.
Εκείνη η λάθος.
Εκείνος που ήξερε.
Εκείνη που αμφέβαλλε συνεχώς για τον εαυτό της.
Του ζητά να αναζητήσουν μαζί βοήθεια.
Να πάνε σε ψυχολόγο.
Να προσπαθήσουν να δουλέψουν τη σχέση τους.
Εκείνος αρνείται.
Δεν θεωρεί ότι έχει κάνει κάτι λάθος και δεν επιθυμεί καμία βοήθεια.
Για χρόνια, τα τρία μικρά παιδιά τους αποτελούσαν για εκείνη έναν τεράστιο φόβο απέναντι σε οποιαδήποτε μεγάλη απόφαση.
Με τα χρόνια όμως έχει αλλάξει.
Έχει ενδυναμωθεί.
Για πρώτη φορά αισθάνεται ότι πατά σταθερά στο έδαφος.
Και ζητά διαζύγιο.
Επιλέγει την αξιοπρέπειά της.
Η οικογένειά της απορεί.
Κάποιοι τη ρωτούν αν είναι σίγουρη.
Άλλοι ίσως θεωρούν ότι θα έπρεπε να «κάνει ακόμη λίγη υπομονή».
Εκείνη, όμως, αυτή τη φορά δεν κάνει πίσω.
Γιατί για χρόνια έκανε πίσω από τον ίδιο της τον εαυτό.
Και τώρα αισθάνεται ότι του χρωστά κάτι διαφορετικό.
Να σταθεί δίπλα του.
Ιστορία Νο 3
Κάποια στιγμή αλλάζει το όνομά του.
Δεν θέλει να συνεχίσει να κουβαλά την προηγούμενη εκδοχή της ζωής του.
Επιλέγει να ονομάζεται Édouard Louis.
Άνδρας.
Γκέι.
Αγαπά την τέχνη.
Αγαπά τη μόρφωση.
Αγαπά τη ζωή.
Απομακρύνεται από τον Eddy Bellegueule, το όνομα με το οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα επαρχιακό χωριό της Γαλλίας.
Ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο βίωσε ταπείνωση και ομοφοβία επειδή θεωρούνταν θηλυπρεπής και γκέι.
Έζησε επίσης τη φτώχεια και την ταξική βία, μέσα σε μία οικογένεια και μία κοινότητα με ελάχιστες δυνατότητες.
Ο Eddy Bellegueule έγινε για εκείνον σταδιακά το όνομα μίας παλιάς ταυτότητας.
Της ντροπής.
Των κοινωνικών προσδοκιών.
Όσων έπρεπε να είναι και δεν μπορούσε — ή δεν ήθελε — να γίνει.
Ο Édouard Louis γίνεται η ταυτότητα που ο ίδιος επιλέγει.
Όχι επειδή μπορεί κανείς να εξαφανίσει το παρελθόν του αλλά επειδή μπορεί, κάποια στιγμή, να διεκδικήσει το δικαίωμα να συμμετέχει ενεργά στο ποιος θα γίνει από εδώ και πέρα.
Να απομακρυνθεί χιλιόμετρα από εκεί που μεγάλωσε.
Να δημιουργήσει έναν κόσμο περισσότερο συμβατό με εκείνον.
Με περισσότερη αποδοχή.
Ελευθερία.
Μόρφωση.
Δημιουργικότητα.
Και, ίσως, περισσότερη αγάπη για τον εαυτό.
Ιστορία Νο 4 – Μυθοπλασία
Η Εκκλησία ήταν ολόκληρη η ζωή του.
Μεγάλωσε ακούγοντας τις ιστορίες του Ιησού σαν παραμύθια.
Ο Ιησούς ήταν στα παιδικά του μάτια ένας υπερήρωας.
Ένας άνθρωπος που θα έφερνε δικαιοσύνη, κοινωνική ειρήνη, αγάπη και αποδοχή.
Η Εκκλησία ήταν ο χώρος της οικογένειάς του.
Των φίλων του.
Των κοριτσιών που είχε κάποτε φλερτάρει παιδικά και αθώα.
Οι αυλές της ήταν κομμάτι της παιδικής του ηλικίας.
Η μυρωδιά των κεριών κάτι που θα αγαπούσε πάντα.
Μεγαλώνοντας, όμως, άρχισε να βλέπει και πράγματα που δυσκολευόταν να καταλάβει.
Αυστηρούς κανόνες.
Στερήσεις.
Αποκλεισμούς συγκεκριμένων ομάδων.
Ελάχιστο χώρο για κριτική σκέψη.
Ελάχιστη ανοχή απέναντι στη διαφορετική γνώμη.
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην κοινωνιολογία αρχίζει να αναπτύσσει έναν άλλο τρόπο να σκέφτεται.
Και σταδιακά δημιουργείται μέσα του μία δύσκολη σύγκρουση:
η πνευματικότητα που αγαπά και οι όμορφες μνήμες που κουβαλά δεν ταυτίζονται πια με την κοινότητα στην οποία ανήκει.
Μία ημέρα διαφωνεί ανοιχτά με την υπόλοιπη κοινότητα σε ένα σημαντικό θέμα.
Μιλά.
Παίρνει θέση.
Βγάζει φωνή.
Και το πληρώνει με τον εξοστρακισμό του.
Χάνει ανθρώπους.
Χάνει μία κοινότητα.
Ένα μέρος της κοινωνικής του ταυτότητας.
Κι όμως αισθάνεται ότι αυτή τη φορά δεν έχασε εκείνον.
Γιατί θυμάται πολύ καλά τον άλλο πόνο:
τον πόνο του να προδίδει τον εαυτό του κάθε φορά που σιωπούσε για να συνεχίσει να ανήκει.
Κρατά ακόμη μία εικόνα του Ιησού στο πορτοφόλι του.
Και ίσως τώρα καταλαβαίνει διαφορετικά γιατί παραμένει σημαντικός για εκείνον.
Όχι λόγω της ομάδας.
Αλλά επειδή στη δική του ανάγνωση συμβολίζει έναν άνθρωπο που στάθηκε απέναντι στην εξουσία και πλήρωσε το τίμημα της θέσης του.
Μπορεί να έχασε μία κοινότητα.
Δεν θέλει όμως να χάσει ξανά τον εαυτό του.
Ιστορία Νο 5 – Μυθοπλασία
Η εταιρεία στην οποία εργάζεται είναι εξαιρετικά ανταγωνιστική.
Και εκείνη τα κατάφερε.
Έφτασε ψηλά.
Έγινε επιτυχημένη.
Αναγνωρίσιμη.
Όλοι τη θαυμάζουν.
Ιδιαίτερα η οικογένειά της.
Πολλές από τις καμπάνιες στις οποίες εργάζεται έρχονται σε σύγκρουση με τις προσωπικές της αξίες.
Αλλά τα χρήματα είναι πολλά.
Και για ένα κορίτσι που μεγάλωσε σε οικογένεια χαμηλού κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, τα χρήματα κάποτε σήμαιναν πολύ περισσότερα από χρήματα.
Σήμαιναν ασφάλεια.
Καταξίωση.
Απόδειξη ότι τα κατάφερε.
Ότι ξέφυγε.
Στην αρχή αυτό ήταν όμορφο.
Κάποια στιγμή όμως αυτό που την απελευθέρωσε άρχισε να γίνεται ο μεγαλύτερος δυνάστης της.
Βρίσκεται «ψηλά».
Και ταυτόχρονα νιώθει απελπιστικά μόνη.
Οι άνθρωποι βλέπουν την ηγετική της φυσιογνωμία.
Την επιτυχία.
Τα χρήματα.
Τη δύναμη.
Δεν βλέπουν τον πόνο.
Δεν βλέπουν τα βράδια.
Το χασίς που τη βοηθά να κοιμηθεί.
Την κοκαΐνη που κάποιες φορές γίνεται σαν κονσίλερ πάνω από τη μοναξιά και την οδύνη.
Δεν βλέπουν τη ντροπή που προσπαθεί να μουδιάσει.
Μία νύχτα βρίσκεται τόσο υπό την επήρεια ουσιών ώστε δεν μπορεί ούτε ταξί να καλέσει.
Ένας άγνωστος τη βοηθά στον δρόμο.
Και εκείνη του τα λέει όλα.
Γιατί μερικές φορές είναι ευκολότερο να δείξεις τη ντροπή σου σε έναν ξένο που δεν θα ξαναδείς.
Πίσω από όλη αυτή τη ζωή υπάρχει ένα παλιό όνειρο.
Θα ήθελε να ασχολείται με κοινωνικές και φιλανθρωπικές δράσεις.
Με ομάδες που βιώνουν κοινωνικό αποκλεισμό.
Με ανθρώπους που ζουν στον δρόμο.
Αυτό το όνειρο κάποτε της έδινε νόημα.
Τώρα, μετά από έναν χρόνο σε πρόγραμμα απεξάρτησης, αρχίζει να το θυμάται ξανά.
Και για πρώτη φορά σκέφτεται σοβαρά να τα αφήσει όλα.
Όχι παρορμητικά.
Αλλά επειδή αρχίζει να αναρωτιέται:
«Ποιανού τη ζωή ζω;»
Ξέρει ότι μπορεί να χάσει πολλά από εκείνα για τα οποία οι άλλοι τη θαυμάζουν.
Αλλά ίσως αυτή τη φορά χρειάζεται να κερδίσει κάτι που η ίδια είχε αφήσει για χρόνια πίσω:
τη δική της φωνή.
Η οικογενειακή αφήγηση έλεγε ότι το χρήμα είναι ο μεγάλος σκοπός.
Τώρα προσπαθεί να γράψει τη δική της αφήγηση.
Και αυτή περιέχει διαφορετικές αξίες.
Τι κοινό έχουν όλες αυτές οι ιστορίες;
Ένα ερώτημα:
«Ποιος/ποια θέλω να είμαι;»
Οι άνθρωποι γεννιόμαστε μέσα σε διαφορετικά περιβάλλοντα.
Άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο προνομιούχα.
Μεγαλώνουμε μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές, οικογενειακές, θρησκευτικές και ταξικές συνθήκες.
Και αυτές οι συνθήκες μάς διαμορφώνουν βαθιά.
Δεν ξεκινάμε όλοι από το ίδιο σημείο.
Δεν έχουμε όλοι τις ίδιες δυνατότητες.
Ούτε το ίδιο περιθώριο ελευθερίας.
Όμως, όσο μεγαλώνουμε, μπορεί κάποια στιγμή να εμφανιστεί το δύσκολο ερώτημα:
«Τι από όλα αυτά θέλω να συνεχίσω να κουβαλώ και τι όχι;»
Πολλοί άνθρωποι θα επιλέξουν — συνειδητά ή ασυνείδητα — να παραμένουν ευχάριστοι για τους άλλους και δυσάρεστοι για τον εαυτό τους.
Θα κρύβονται.
Θα προσποιούνται.
Θα καταπίνουν κομμάτια τους.
Θα ζουν σε σχέσεις, δουλειές ή κοινότητες στις οποίες δεν αναγνωρίζουν πια τον εαυτό τους.
Μερικές φορές το τίμημα μπορεί να είναι ψυχικό.
Άλλοτε ακόμη και σωματικό.
Για να μη χάσουν τους άλλους, μπορεί να χάνουν σταδιακά εκείνους.
Υπάρχουν όμως στιγμές όπου κάποιοι άνθρωποι κάνουν μία διαφορετική επιλογή.
Προτεραιοποιούν κάτι από αυτό που είναι.
Αυτό που πιστεύουν.
Τον κώδικα αξιών τους.
Την αξιοπρέπειά τους.
Τις επιθυμίες.
Τα συναισθήματα.
Τα όνειρά τους.
Και κάποιες φορές, για να κερδίσουν κάτι από τον εαυτό τους, θα χρειαστεί να χάσουν κάτι από τους άλλους.
Αυτό δεν είναι εύκολο.
Και δεν είναι πάντα μία θριαμβευτική ιστορία απελευθέρωσης.
Έχει πένθος.
Ενοχή.
Μοναξιά.
Αμφιβολία.
Φόβο.
Γιατί ακόμη και μία σχέση που μας περιορίζει μπορεί να είναι σχέση.
Ακόμη και μία ομάδα που μας πληγώνει μπορεί να είναι η ομάδα στην οποία ανήκαμε από παιδιά.
Και η απώλεια της αποδοχής πονά, ακόμη κι όταν ξέρουμε γιατί επιλέξαμε να φύγουμε.
Στην ψυχοθεραπεία πολλοί άνθρωποι, άλλοι σε μεγαλύτερο και άλλοι σε μικρότερο βαθμό, θα έρθουν κάποτε αντιμέτωποι με ερωτήματα όπως:
«Ποιος θέλω να είμαι;»
«Πού θέλω να πορευτώ;»
«Με ποιους θέλω να συμπορεύομαι;»
«Τι κόστος είμαι διατεθειμένος να πληρώσω για να παραμείνω πιστός σε κάτι σημαντικό για εμένα;»
Οι μάχες αυτές μπορεί να δίνονται στο εργασιακό περιβάλλον.
Στην οικογένεια.
Στις ερωτικές σχέσεις.
Στις φιλίες.
Μέσα σε θρησκευτικές ή κοινωνικές κοινότητες.
Μέσα σε ηθικά διλήμματα.
Και κάποιες φορές μέσα στον ίδιο μας τον εαυτό.
Οι προηγούμενες ιστορίες μπορεί να ακούγονται ακραίες.
Όμως ας πάμε και στις μικρότερες, καθημερινές μάχες.
Η γυναίκα που δεν θέλει να αποκτήσει παιδιά και ζει σε μία μικρή επαρχιακή κοινωνία, ενώ δέχεται συνεχείς επικρίσεις από την οικογένειά της, δεν δίνει μία πραγματική μάχη;
Ο εργαζόμενος που αδικείται και αποφασίζει να διεκδικήσει τα δικαιώματά του γνωρίζοντας ότι μπορεί να απολυθεί, δεν ρισκάρει κάτι πραγματικό;
Ο άνθρωπος που εκφράζει μία στάση ζωής διαφορετική από εκείνη της οικογένειάς του και κινδυνεύει να απορριφθεί, δεν έρχεται αντιμέτωπος με ένα δύσκολο υπαρξιακό δίλημμα;
Φυσικά.
Γιατί το διακύβευμα δεν είναι πάντοτε απλώς μία γνώμη.
Μπορεί να είναι:
«Ανήκω ακόμη αν διαφέρω;»
«Θα με αγαπάτε αν πάψω να είμαι αυτό που θέλετε;»
«Μπορώ να σας δυσαρεστήσω χωρίς να χάσω την αξία μου;»
Και ίσως το δυσκολότερο:
«Αν για να παραμείνω μαζί σας χρειάζεται να εγκαταλείπω εμένα, πόσο από εμένα είμαι διατεθειμένος να χάσω;»
Όταν κάποιος στέκεται στο ύψος του σε ένα περιβάλλον που προτεραιοποιεί την υπακοή, την αυστηρότητα, τον έλεγχο ή την ομοιομορφία περισσότερο από τη σχέση και τον σεβασμό προς το πρόσωπο, αναλαμβάνει ένα ρίσκο.
Μπορεί να χάσει την αποδοχή.
Μία σχέση.
Μία θέση.
Μία κοινότητα.
Κάποιες φορές ακόμη και έναν ολόκληρο κόσμο στον οποίο μέχρι τότε πίστευε ότι ανήκε.
Και για αυτό η αυτονόμηση δεν είναι πάντοτε μία χαρούμενη διαδικασία.
Μπορεί να είναι βαθιά πένθιμη.
Γιατί το να κερδίσεις τον εαυτό σου δεν σημαίνει ότι δεν θα σου λείψουν εκείνοι που έχασες στον δρόμο.
Σημαίνει ότι κάποια στιγμή αναγνωρίζεις πως η αγάπη και το ανήκειν δεν μπορούν να απαιτούν ως μόνιμο τίμημα την αυτοεγκατάλειψη.
Δεν επιλέξαμε τα περισσότερα από τα περιβάλλοντα μέσα στα οποία γεννηθήκαμε.
Δεν επιλέξαμε τις πρώτες αφηγήσεις που μάθαμε για τον κόσμο.
Ούτε τις οικογένειες, τις κοινωνικές τάξεις, τις θρησκείες, τις πολιτισμικές νόρμες και τις προσδοκίες που συναντήσαμε.
Κάποια στιγμή όμως, στον βαθμό που οι πραγματικές μας συνθήκες το επιτρέπουν, μπορούμε να αρχίσουμε να εξετάζουμε:
Τι από αυτά είναι δικό μου;
Τι θέλω να κρατήσω;
Τι θέλω να αλλάξω;
Τι θέλω να αφήσω πίσω;
Και τότε το ερώτημα δεν είναι απλώς:
«Ποιος έμαθα ότι πρέπει να είμαι;»
Αλλά:
«Ποιος επιλέγω να γίνω, ακόμη κι αν αυτή η επιλογή δυσαρεστήσει κάποιους ανθρώπους που αγαπώ;»
Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο δύσκολες μορφές ενηλικίωσης.
Να μην επιλέγουμε ανάμεσα στο «εγώ» και στους «άλλους» κάθε φορά.
Αλλά να μαθαίνουμε ότι υπάρχουν σχέσεις που μπορούν να αντέξουν τη διαφοροποίησή μας — και άλλες που ίσως υπήρχαν μόνο όσο παραμέναμε αυτό που οι άλλοι χρειάζονταν να είμαστε.
Και τότε έρχεται η πιο σκληρή μάχη:
να αντέξεις ότι, κάποιες φορές, για να μη χάσεις άλλο τον εαυτό σου, μπορεί να χρειαστεί να χάσεις κάποιους άλλους.
Από: Χριστίνα Πανταζή



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου