Να τακτοποιηθούμε γρήγορα: όταν η ασφάλεια γίνεται φυλακή στη συντροφική ζωή
Υπάρχει μία λέξη που ακούγεται συχνά όταν μιλάμε για τις συντροφικές σχέσεις:
«Να τακτοποιηθώ».
Να βρω έναν άνθρωπο.
Να κάνουμε σχέση.
Να συγκατοικήσουμε.
Να βρούμε σπίτι.
Να παντρευτούμε.
Να κάνουμε παιδιά.
Να μπουν όλα σε μία σειρά.
Σαν η ζωή να αποτελείται από κουτάκια που πρέπει σταδιακά να τσεκαριστούν.
Σχέση: ✓
Σπίτι: ✓
Γάμος: ✓
Παιδιά: ✓
Επαγγελματική σταθερότητα: ✓
Και ύστερα;
Τι συμβαίνει όταν όλα όσα κάποτε αποτελούσαν το μεγάλο «μετά» έχουν γίνει πλέον το καθημερινό «τώρα»;
Δεν υπάρχει φυσικά τίποτα προβληματικό στην επιθυμία για σταθερότητα.
Ούτε στον γάμο.
Ούτε στην οικογένεια.
Ούτε στην επιθυμία να δημιουργήσουμε έναν κοινό τόπο με έναν άνθρωπο.
Η ασφάλεια είναι μία βαθιά ανθρώπινη ανάγκη.
Το ερώτημα αρχίζει όταν η ασφάλεια μετατρέπεται σε μία προσπάθεια να εξαφανιστεί κάθε αβεβαιότητα.
Όταν δεν χτίζουμε απλώς μία ζωή.
Προσπαθούμε να την ασφαλίσουμε απέναντι σε οτιδήποτε απρόβλεπτο.
Και τότε η συντροφικότητα μπορεί να γίνει λιγότερο:
«Σε επιλέγω και θέλω να ανακαλύψω ποιοι μπορούμε να γίνουμε μαζί»
και περισσότερο:
«Θέλω επιτέλους να ξέρω ότι αυτό το κομμάτι της ζωής μου έκλεισε».
Να μην ψάχνω άλλο.
Να μην αναρωτιέμαι.
Να μη ρισκάρω.
Να μη μείνω μόνος.
Να ξέρω πού βρίσκομαι.
Με στόχο να ανακουφίζομαι από το υπαρξιακό άγχος της αβεβαιότητας με μπόλικες εγγυήσεις.
Κάπως έτσι μπορεί άνθρωποι ακόμη και πολύ νέοι να βιάζονται να ολοκληρώσουν ολόκληρη τη διαδρομή.
Δεν προλαβαίνουν καλά καλά να γνωριστούν και αρχίζουν να σχεδιάζουν.
Το επόμενο βήμα.
Και μετά το επόμενο.
Και το επόμενο.
Όχι πάντοτε επειδή βαθιά το επιθυμούν με αυτόν ακριβώς τον ρυθμό.
Αλλά μερικές φορές επειδή υπάρχει μία αγωνία:
«Να προλάβω να φτιάξω τη ζωή μου».
Σαν να υπάρχει κάπου μία αόρατη προθεσμία.
Να έχω βρει τον κατάλληλο άνθρωπο μέχρι τότε.
Να έχω παντρευτεί μέχρι τότε.
Να έχω αποκτήσει παιδιά μέχρι τότε.
Να έχω αγοράσει το σπίτι.
Να έχω «στρώσει».
Και μέσα σε αυτή τη βιασύνη μπορεί να χαθεί μία πολύ σημαντική ερώτηση:
«Μου αρέσει πραγματικά η ζωή που χτίζω ή απλώς ανακουφίζομαι επειδή μοιάζει τακτοποιημένη;»
Γιατί υπάρχει μία μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη σταθερότητα και στην ακινησία.
Η σταθερότητα μπορεί να είναι ένα ασφαλές έδαφος πάνω στο οποίο δύο άνθρωποι εξελίσσονται.
Η ακινησία είναι όταν όλα πρέπει να παραμένουν ίδια για να αισθανόμαστε ασφαλείς.
Η σταθερή σχέση δεν χρειάζεται να είναι μία σχέση χωρίς αλλαγή.
Αντίθετα.
Οι άνθρωποι αλλάζουν.
Οι ανάγκες αλλάζουν.
Τα σώματα αλλάζουν.
Η σεξουαλικότητα μετακινείται.
Οι επιθυμίες ωριμάζουν.
Οι επαγγελματικές διαδρομές αλλάζουν.
Οι άνθρωποι που ήμασταν στα 25 δεν είναι ακριβώς εκείνοι που θα είμαστε στα 35 ή στα 45.
Και μία σχέση που θέλει να παραμένει ζωντανή χρειάζεται να μπορεί να γνωρίζει ξανά και ξανά τους ανθρώπους που αλλάζουν μέσα της.
Μερικές φορές όμως το ζευγάρι δεν οργανώνει μόνο τη ζωή του.
Οργανώνει και τον ίδιο τον εαυτό του μέσα σε ένα καθεστώς προβλεψιμότητας.
Δευτέρα αυτά.
Τρίτη εκείνα.
Τα Σαββατοκύριακα συγκεκριμένα.
Οι ίδιες παρέες.
Τα ίδια μέρη.
Οι ίδιες συζητήσεις.
Οι ίδιοι ρόλοι.
Ο ένας γίνεται «αυτός που κάνει αυτά».
Ο άλλος «εκείνη που είναι έτσι».
Και χωρίς κανείς να το αποφασίσει συνειδητά, ο άλλος παύει σιγά σιγά να είναι ένα μυστήριο.
Δύσκολα όμως νιώθεις γοητευμένος από κάποιον που είναι απόλυτα προβλέψιμος και εν τέλει έχει χάσει την αυτονομία του.
Νομίζουμε ότι τον ξέρουμε πλήρως.
«Εσύ έτσι είσαι».
Και ίσως εκεί αρχίζει κάτι να πεθαίνει.
Όχι απαραίτητα η αγάπη.
Αλλά η περιέργεια.
Γιατί μία ζωντανή σχέση χρειάζεται ένα παράδοξο:
και ασφάλεια και αβεβαιότητα.
Χρειάζεται να ξέρω ότι μπορώ να στηριχτώ πάνω σου.
Αλλά χρειάζεται επίσης να μην πιστέψω ποτέ ότι σε έχω κατακτήσει οριστικά και δεν έχω κάτι άλλο να ανακαλύψω πια.
Να μπορώ ακόμη να αναρωτιέμαι:
Τι σκέφτεσαι;
Τι επιθυμείς τώρα;
Τι έχει αλλάξει μέσα σου;
Τι δεν γνωρίζω ακόμη για εσένα;
Τι θέλεις να δοκιμάσεις;
Ποιος γίνεσαι;
Και αντίστοιχα:
ποιος γίνομαι εγώ;
Αν η σχέση γίνει αποκλειστικά ένας τόπος ασφάλειας, κάποια στιγμή μπορεί να εμφανιστεί η πλήξη.
Η βαρεμάρα.
Η αίσθηση του συμβιβασμού.
«Αυτό ήταν;»
«Αυτή είναι τώρα η ζωή;»
Και αυτή η ερώτηση μπορεί να τρομάζει πολύ.
Γιατί υποτίθεται ότι έχουμε ήδη αποκτήσει όλα όσα κάποτε πιστεύαμε ότι θα μας κάνουν ευτυχισμένους.
Έχουμε το σπίτι.
Έχουμε τη σχέση.
Ίσως τον γάμο.
Ίσως τα παιδιά.
Ίσως μία σταθερή δουλειά.
Και παρ' όλα αυτά κάτι μέσα μας νιώθει άδειο.
Τότε μπορεί να εμφανιστεί μία δύσκολη συνειδητοποίηση:
ίσως τακτοποιήσαμε πολύ καλά τη ζωή μας χωρίς να ρωτήσουμε αρκετά αν εξακολουθούμε να ζούμε μέσα της.
Κάπως έτσι μπορεί αργότερα να εμφανιστούν και οι λεγόμενες κρίσεις ηλικίας ή μεταβάσεων.
Ξαφνικά ένας άνθρωπος αρχίζει να αναρωτιέται:
Πού πήγαν τα χρόνια;
Τι έζησα πραγματικά;
Πότε σταμάτησα να εκπλήσσομαι;
Πότε σταμάτησα να επιθυμώ;
Πότε άρχισα να επαναλαμβάνω απλώς τις ημέρες;
Ποιος ήμουν πριν αποκτήσω όλους αυτούς τους ρόλους;
Ποιος είμαι πέρα από το «σύζυγος», «γονιός», «εργαζόμενος», «υπεύθυνος ενήλικος»;
Και ίσως το δυσκολότερο:
τι θέλω ακόμη;
Δεν είναι απαραίτητα ότι ο άνθρωπος θέλει να πετάξει τη ζωή του.
Πολλές φορές θέλει απλώς να ξαναβρεί μέσα της τον εαυτό του.
Να ξαναβρεί τη ζωντάνια.
Το παιχνίδι.
Την περιέργεια.
Την επιθυμία.
Την προσωπική κίνηση.
Το δικαίωμα να μην ξέρει ακριβώς τι θα συμβεί.
Γιατί η απόλυτη ασφάλεια έχει ένα τίμημα που δεν συζητάμε συχνά:
αν καταφέρναμε πράγματι να ελέγξουμε τα πάντα, θα εξαφανίζαμε μαζί με τον κίνδυνο και μεγάλο μέρος της έκπληξης.
Και η ζωή χρειάζεται έκπληξη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειαζόμαστε χάος μόνο
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να διαλύουμε μία σχέση κάθε φορά που βαριόμαστε.
Δεν σημαίνει ότι η αβεβαιότητα είναι πάντοτε καλύτερη από τη σταθερότητα.
Η ωριμότητα ίσως βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητα να δημιουργήσουμε μία ζωή που έχει αρκετή ασφάλεια για να μπορούμε να ξεκουραζόμαστε και αρκετή ελευθερία για να μπορούμε να αναπνέουμε.
Να αντέχουμε να ξεβολευόμαστε.
Να μπορούμε να ανήκουμε χωρίς να φυλακιζόμαστε.
Να δεσμευόμαστε χωρίς να παγώνουμε.
Να δημιουργούμε δομές χωρίς να μετατρέπουμε τη ζωή σε μία άκαμπτη κατασκευή.
Και οι σχέσεις χρειάζονται χώρο.
Όχι μόνο κοινό χώρο.
Και ξεχωριστό χώρο.
Να υπάρχει κάτι που είναι δικό μου.
Κάτι δικό σου.
Και κάτι δικό μας.
Να μπορεί ο ένας να συνεχίζει να αναπτύσσεται χωρίς αυτό να βιώνεται από τον άλλον ως απειλή.
Να έχει φίλους.
Κοινωνικοποίηση.
Ενδιαφέροντα.
Όνειρα.
Έναν προσωπικό εσωτερικό κόσμο.
Να επιστρέφει στη σχέση έχοντας κάτι καινούργιο να φέρει.
Γιατί δύο άνθρωποι που έχουν γίνει πλήρως ένας δεν έχουν πλέον κανέναν απέναντί τους για να συναντήσουν.
Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι να «τακτοποιηθεί» η ζωή.
Η ζωή έχει μία περίεργη συνήθεια να ξετακτοποιείται μόνη της.
Έρχονται απώλειες.
Μετακινήσεις.
Αλλαγές.
Αρρώστιες.
Νέες επιθυμίες.
Άνθρωποι που φεύγουν.
Άνθρωποι που έρχονται.
Κομμάτια μας που αλλάζουν.
Και ίσως η ψυχική ενηλικίωση να μην είναι η κατάκτηση μίας ζωής χωρίς αβεβαιότητα.
Ίσως είναι η απόκτηση αρκετής εσωτερικής ασφάλειας ώστε να μπορούμε να αντέχουμε ότι η ζωή δεν θα είναι ποτέ εντελώς τακτοποιημένη.
Γιατί όταν όλη μας η ενέργεια αφιερώνεται στο να εξασφαλίσουμε ότι τίποτα δεν θα αλλάξει, μπορεί τελικά να δημιουργήσουμε μία ζωή μέσα στην οποία τίποτα δεν κινείται.
Και η ακινησία μπορεί να μοιάζει πολύ με ασφάλεια.
Μέχρι τη στιγμή που αρχίζει να μοιάζει με φυλακή.
Ίσως λοιπόν το ερώτημα στις συντροφικές σχέσεις να μην είναι μόνο:
«Πώς θα είμαστε ασφαλείς μαζί;»
Αλλά και:
«Πώς θα παραμείνουμε ζωντανοί μέσα σε αυτή την ασφάλεια;»
Και ίσως ακόμη βαθύτερα:
«Μπορούμε να φτιάξουμε ένα σπίτι μαζί χωρίς να κλείσουμε μέσα του όλη την αβεβαιότητα, την περιέργεια και τη ζωή που κάποτε μας έκανε να συναντηθούμε;»
Από: Χριστίνα Πανταζή



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου