Η επαγγελματική εξουθένωση των θεραπευτ(ρι)ων: Η αυτοφροντίδα ως δικαίωμα και ουσιαστικό εργαλείο των επαγγελματιών

 





                                            

1.    

1.Το βίωμα

Πριν τοποθετηθώ πιο επιστημονικά γύρω από το θέμα, θα ξεκινήσω με μία αφήγηση — ή μάλλον μία μαρτυρία. Βασικά, θα σας «ξεντυθώ» (όσο μπορώ) και θα σας συστηθώ μέσα από τη δική μου ιστορία στο να γίνω ψυχολόγος και θεραπεύτρια (ένα ταξίδι που φυσικά δεν τελειώνει στις πιστοποιήσεις).

Είμαι 34 χρονών, εργάζομαι πλέον ως ιδιώτης ψυχολόγος και συστημική ψυχοθεραπεύτρια — εν αναμονή και των εξελίξεων στον χώρο της ψυχοθεραπείας. Μετά από χρόνια εκπαίδευσης, αποφάσισα εδώ και δύο χρόνια να κάνω διάλειμμα από εκπαιδευτικές (έντονες) δραστηριότητες  και εδώ και έναν χρόνο παρατηρώ, διεργάζομαι και στοχάζομαι τόσο την πορεία μου ως επαγγελματίας ψυχικής υγείας και ως άνθρωπος όσο και τη γενικότερη κατάσταση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας στην Ελλάδα σήμερα. Αποτελώ κι εγώ άτομο της γενιάς των millennials — δηλαδή των ανθρώπων που γεννήθηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990 —, μιας γενιάς στην οποία η εξάντληση και η επαγγελματική εξουθένωση συζητιούνται έντονα.

Ξεκινώντας την αφήγηση της ιστορίας μου, σκέφτομαι πόσο δουλεύω από μικρό παιδί: τα συνεχόμενα φροντιστήρια, τα εντατικά μαθήματα αργότερα για τις Πανελλήνιες, η σχολή και η δουλειά σε διάφορες εργασίες για να βγάζω τα προς το ζην, το να ενηλικιώνομαι στην Ελλάδα της κρίσης και να παλεύω ως άτομο προερχόμενο από πολύτεκνη οικογένεια, χαμηλού κοινωνικοοικονομικού υπόβαθρου, από μία μικρή επαρχιακή πόλη, χωρίς ουσιαστική κρατική στήριξη στην πορεία μου· η θυσία και ο μακροχρόνιος, υπέρογκος κόπος — και η ματαίωση — για να σταθώ και να αντέξω το ταξίδι στον χώρο της ψυχικής υγείας μετά τις προπτυχιακές σπουδές: η συνεχόμενη εργασία παράλληλα με τις σπουδές, οι πρακτικές σε δομές ψυχικής υγείας και οι εθελοντισμοί, οι εκπαιδεύσεις, το μακροχρόνιο άγχος του βιοπορισμού μου, η μετεκπαίδευση στη συστημική ψυχοθεραπεία, τα μεταπτυχιακά που δεν επέλεξα, καθώς δεν μπορούσα να τα πληρώνω με βασικό μισθό, τα μετεκπαιδευτικά σεμινάρια που έκανα μετά το πέρας της συστημικής θεραπείας — και τα χρήματα που έπρεπε να βρω για όλα αυτά μόνη μου, δουλεύοντας σε κάθε λογής εργασία —, η εργασία μου σε ΜΚΟ στο πεδίο του προσφυγικού και των εξαρτήσεων για επτά χρόνια, σε διάφορα μέρη της Ελλάδας όπου μετακινούμουν, τα πολλά χρόνια ψυχοθεραπείας, οι εποπτικές ομάδες, τα βιωματικά εργαστήρια και ούτω καθεξής. Όλα αυτά απαιτούν κόπο, δέσμευση και αρκετά χρήματα, με πολλές θυσίες, προκλήσεις και υπερβάσεις, που είχαν μεγάλο κόστος και έφεραν πολλή κόπωση στη ζωή μου σε όλα τα επίπεδα.

Στα 32 μου, όταν σταθεροποιήθηκα στο γραφείο, αναδύθηκε μία πολύ μεγάλη κούραση εσωτερικά. Ένιωθα ότι είχα ανάγκη «να σταθώ», να μείνω με όσα ξέρω, να ρίξω ρυθμούς, να ασχοληθώ με άλλα πράγματα. Ένιωθα ότι έπρεπε να ακούσω ουσιαστικά το σώμα και την ψυχή μου, γιατί η κούραση που έβγαινε σε κάθε τομέα της ζωής μου μού μιλούσε πολύ καθαρά. Όταν σταθεροποιήθηκα στο γραφείο, μία φωνή μέσα μου ζητούσε — ή, βασικά, απαιτούσε — αυτοφροντίδα. Ήμουν κουρασμένη, το ένιωθα στις συναντήσεις μου με τους ανθρώπους, ένιωθα απώλεια νοήματος, είχα τακτικά επεισόδια υπερφαγίας, είχα παραμελήσει το σώμα μου μη ασκούμενη· εν ολίγοις, ταλαιπωρούμουν.

Είχα για χρόνια (αναγκαστικά) παραμελήσει την αυτοφροντίδα σε άλλους τομείς πέρα από το επαγγελματικό — και, για να είμαι δίκαιη με την εαυτή μου, δεν ένιωθα ότι είχα πολλές επιλογές, εφόσον είχα πάρει αυτόν τον δρόμο για να χτίσω την επαγγελματική μου ασφάλεια και σταθερότητα. Όμως οι πλευρές και οι πτυχές της ζωής μου που είχαν παραμεληθεί τώρα απαιτούσαν βαθιά αυτοφροντίδα. Η κούραση, όπως κάθε φαινόμενο, μπορεί να μελετηθεί από πολλές οπτικές και ως μία πολυσύνθετη εμπειρία: από την προσωπική ιστορία του ατόμου, με τους διάφορους περιορισμούς και τις δυνατότητές του και το πώς πορεύεται στη ζωή, από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες πορεύεται και αλληλεπιδρά, αλλά και από τις ευρύτερες πολιτισμικές αξίες από τις οποίες επηρεάζεται και συνδιαμορφώνεται.

Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και συγκυρίες στις οποίες μεγάλωσα, η χρόνια εργασία και το χρόνιο εργασιακό στρες, η ιστορία μου στην υπερεργασία και το πώς, διαγενεακά, πολλά σημαντικά πρόσωπα υπερεργάζονταν — κάτι που διαμόρφωσε και τα δικά μου πρότυπα —, αλλά και γενικότερα οι αντιλήψεις περί υπερεργασίας και συνεχούς παραγωγικότητας χωρίς σταματημό, είχαν εσωτερικευτεί ως φωνές μέσα μου. Πολλές φορές μεταφράζονταν σε ενοχές, εσωτερικούς κριτές, τελειοθηρία και αισθήματα ανεπάρκειας, που με δυσκόλευαν να κάνω παύσεις ακόμη και όταν εγώ έγινα «το αφεντικό του εαυτού μου». Όλα αυτά αποτέλεσαν βαθιές διεργασίες πάνω στις οποίες χρειάστηκε να στοχαστώ και να αναστοχαστώ όταν ένιωσα πιο ασφαλής, αλλά και να προχωρήσω, πέρα από τη θεωρητική και νοητική σκέψη, στην έμπρακτη εφαρμογή της αναπλήρωσης ενέργειας, της επούλωσης του δικού μου burnout και της ουσιαστικής στροφής στην αξία της αυτοφροντίδας και της γενικότερης φροντίδας. Στην ευχαριστησιακή και απολαστική πλευρά της ζωής. Η πρόκλησή μου να σπάσω διαγενεακούς φαύλους κύκλους, να τοποθετηθώ απέναντι — και ριζοσπαστικά — στην κοινωνική και πολιτισμική τάση της υπερεργασίας, να σταθώ απέναντι ακόμη και σε ανθρώπους, σχέσεις που με προσκαλούσαν στο ρόλο αυτό και κατεπέκταση να σταματήσω και να κάνω έμπρακτες παύσεις, να δουλεύω με το σώμα, να φροντίζω την υγεία, να αντέχω να μένω σε όσα έχω κάθε φορά και να στέκομαι σε όσα ξέρω.

Να με φροντίζω και να σέβομαι τις ανάγκες μου γιατί από εκεί ξεκινά η έννοια της πραγματικής αγάπης.

Η αυτοφροντίδα αφορούσε πολλά πεδία στη ζωή μου και απαιτούσε μία στροφή 180 μοιρών: να κοιτάξω τη διατροφή, την περιποίηση, την άσκηση, τις σχέσεις, την υγεία μου. Να κοιτάξω βαθύτερα τη σχέση με τον εαυτό μου και με τους σημαντικούς άλλους, καθώς και διεργασίες και ζητήματα που αφορούσαν το να επενδύω και να ενισχύω τα αποθέματα ενέργειας, την απόλαυση, τη χαλάρωση και τη διασκέδαση. Και την απόφαση την πήρα όταν άκουσα το σώμα και την ψυχή μου, καθώς ήταν μία στιγμή που μπορούσα να το κάνω και να με «θρέψω». Να μειώσω τις ώρες εργασίας, να βάζω όρια στον επαγγελματικό εαυτό και να κάνω χώρο και χρόνο για άλλες πτυχές της ζωής μου.

Έτσι κι αλλιώς, η παράδοση του «πληγωμένου θεραπευτή» μάς θέλει να διδάσκουμε στους άλλους — μέσα από την εμπειρική, επιστημονική και διανοητική μας γνώση — αυτό που πρώτα εμείς οι ίδιοι χρειάζεται να εμπεδώσουμε. Αυτό, για μένα, είναι ένας/μία θεραπευτής/τρια: όχι κάποιος/α που τα έχει όλα λυμένα, αλλά κάποιος/α που μετατοπίζεται, μετακινείται, μεταμορφώνεται και, μέσα από αυτή τη διεργασία, μπορεί να αποτελεί ένα πρότυπο για τους άλλους. Άρα η αυτοφροντίδα αποτελούσε μία ψυχική ανάγκη για μένα ως άτομο, αλλά και επαγγελματικά μία ουσιαστική στροφή, ως επαγγελματίας ψυχικής υγείας, προς μία νέα φιλοσοφία ζωής και μία έμπρακτη κοινωνικοπολιτική στάση επούλωσης και φροντίδας. Άλλωστε, ο ψυχαναλυτής Josh Cohen περιγράφει το burnout ως μία προσωρινή ψυχική κατάρρευση — μία εσωτερική κόλαση που ταυτόχρονα αποτελεί και εξέγερση ενάντια στην προσταγή της αδιάκοπης δουλειάς.

Η σταδιακή εστίαση σε αυτά τα κομμάτια δεν γίνεται ψυχικά αναίμακτα. Έδωσα και συνεχίζω να δίνω μάχες: άλλοτε με την προσωπική μου ιστορία, που με έχει μάθει να θέλω να είμαι μία πολύ καλή θεραπεύτρια και να υπερεργάζομαι, άλλοτε με τις αγωνίες μου αναφορικά με το ελεύθερο επάγγελμα, αλλά και με την τάση στον κλάδο να ωθούμαστε συνεχώς να κάνουμε πράγματα, η οποία πολλές φορές παίρνει τη μορφή μιας εθιστικής, συνεχούς εκπαιδευτικής εμπειρίας (εργασία σε γραφείο, δομές, παρουσιάσεις, εκπαιδευτικά, διδακτορικά κ.ο.κ.), χωρίς να δίνεται η ευκαιρία να γίνει ουσιαστική «πέψη» των πληροφοριών. Έτσι, μπορεί να βρισκόμαστε σε μία διαρκή και καταπονητική εκπαιδευτική υπερεργασία, να δουλεύουμε πολλές ώρες και να ακολουθούμε μία γενικότερη πολιτισμική τάση υπερεργασίας. Όπως θα συμφωνήσω με τον φιλόσοφο Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν στο βιβλίο «Η κοινωνία της κόπωσης», γινόμαστε συνεχώς «υποκείμενα επίδοσης» που παράγουν και λειτουργούν σαν μηχανές παραγωγής. Μοχθούμε σε έναν διαρκή στίβο, χωρίς σταματημό, για να γινόμαστε όλο και καλύτεροι, όλο και πιο εργασιομανείς, όλο και «καλύτεροι». Να εναρμονιζόμαστε με τις τάσεις του καπιταλιστικού μοντέλου και της αχόρταγης ελεύθερης αγοράς εργασίας.

Αποφάσισα να «ρισκάρω» και να εστιάσω στις βαθύτερες ανάγκες μου και στην ικανοποίησή τους. Να αναζητώ χρόνο και να προτεραιοποιώ ανάγκες που αφορούν την ξεκούραση, την απόλαυση, τη διασκέδαση, την περιποίηση, την υγεία, το παιχνίδι, τις σχέσεις και, γενικότερα, την ουσιαστική αυτοφροντίδα.

Και το ονομάζω ρίσκο, διότι αφενός ήταν ένα νέο και άγνωστο πεδίο για μένα, άρα συνοδευόταν από μεγάλη αγωνία και φόβο σε ένα δρόμο για μένα «απάτητο», και αφετέρου σε φέρνει σε πολύ μεγάλη σύγκρουση με ενοχές που αναδύονται, με φαντασιωτικές ανεπάρκειες, ακόμη και με εξωτερικές φωνές από επαγγελματικούς χώρους, συναδέλφους και ευρύτερες φωνές της κοινωνίας, αλλά και με τις διαρκείς απαιτήσεις του επαγγέλματος.

Αυτή ήταν η αφήγηση και η ανακάλυψη του πόσο σημαντικός παράγοντας είναι η αυτοφροντίδα των θεραπευτών/τριών, τόσο ως παράγοντας ανθεκτικότητας και συναισθηματικού αποθέματος σε μακροπρόθεσμο πλαίσιο όσο και για την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στους ίδιους τους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Βέβαια, μιλάω πλέον από μία θέση προνομίου, έχοντας σταθεροποιηθεί στο ελεύθερο επάγγελμα και βάζοντας η ίδια όρια στον εαυτό μου. Αλλά στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας που εργάζονται με εξαρτημένη σχέση εργασίας σε δομές και πλαίσια και συχνά ωθούνται ή αναγκάζονται σε όλο και μεγαλύτερη πίεση για παραγωγικότητα, ποιος θα μεριμνήσει για τη δική τους αυτοφροντίδα;

Αλλά και μία γενικότερη διερώτηση είναι η εξής: Πώς θα δουλέψουμε ουσιαστικά με ανθρώπους που έχουν ως ένα από τα βασικά και συχνότερα αιτήματα τη φροντίδα του εαυτού, αν εμείς ως θεραπευτές/τριες δεν μπούμε βιωματικά και ενσώματα σε αυτή την εμπειρία; Ένα κομμάτι επαγγελματικής αυτοφροντίδας είναι οι εκπαιδεύσεις. Ένα άλλο είναι η συναισθηματική παρουσία και ο εαυτός μας στον θεραπευτικό χώρο. Για να μπορεί αυτό να συμβεί, χρειάζεται να είμαστε άνθρωποι που φροντίζουν και άλλα πεδία της ζωής τους, ώστε να υπάρχει ικανοποίηση και μία γενικότερη αίσθηση υγείας και ευεξίας.

Ας δούμε κάποιες πιο πρόσφατες έρευνες που εστιάζουν στην επαγγελματική εξουθένωση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας.

2. Ερευνητικά δεδομένα

Η επαγγελματική εξουθένωση (burnout) είναι ένας όρος που εισήχθη στην επιστημονική βιβλιογραφία τη δεκαετία του 1970 από τον Γερμανό ψυχίατρο Herbert Freudenberger. Ο ίδιος όρισε την επαγγελματική εξουθένωση ως μία κατάσταση εξάντλησης που συνδέεται με υπερβολικές εργασιακές απαιτήσεις και περιέγραψε κλινικά συμπτώματα όπως η χρόνια κόπωση, η ευερεθιστότητα και το αίσθημα συνεχούς βαρεμάρας και αποστροφής.

Στο βιβλίο «Εξάντληση», η Anna Katharina Schaffner (2026) αναφέρει: «Αυστηρά μιλώντας, το burnout αποτελεί μία διαταραχή της υγείας οφειλόμενη σε παράγοντες άμεσα συνυφασμένους με το επάγγελμα. Ο όρος περιγράφει μία κατάσταση εξάντλησης λόγω χρόνιου εργασιακού στρες. Έρευνες έχουν δείξει ότι, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, τα αίτια της επαγγελματικής εξουθένωσης δεν σχετίζονται με τους δικούς μας “ελαττωματικούς” μηχανισμούς αντιμετώπισης — όπως η βιομηχανία της ευτυχίας θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε — αλλά είναι βαθιά ριζωμένα στο εργασιακό μας περιβάλλον. Οι πέντε κυριότεροι λόγοι για το burnout είναι η άδικη μεταχείριση στον χώρο εργασίας, ο μη διαχειρίσιμος φόρτος εργασίας, οι ασαφείς ρόλοι, η ελλιπής επικοινωνία και υποστήριξη και οι παράλογες χρονικές πιέσεις. Μπορούμε επίσης να αισθανθούμε ότι μας λείπει ο έλεγχος και η ικανότητα να ενεργούμε αυτόνομα ή ότι βιώνουμε μία σύγκρουση αξιών… Τα βαθύτερα αίτια της χρόνιας όσο και της υποτροπιάζουσας εξάντλησης είναι συνήθως περίπλοκα, περιλαμβάνοντας τόσο εξωτερικούς όσο και εσωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι ενδέχεται να μην περιορίζονται στον χώρο της εργασίας. Μερικές φορές γινόμαστε οι ίδιοι “κακά αφεντικά” του εαυτού μας, εσωτερικεύοντας επιβλαβείς στάσεις απέναντι στη δουλειά. Η σημερινή κουλτούρα της επαγγελματικής εξουθένωσης, σχετικά με τον χρόνο και την παραγωγικότητα, είναι ριζωμένη σε βαθύτερες και παλαιότερες αντιλήψεις, οι οποίες μας επηρεάζουν ακόμη και όταν δεν έχουμε κανέναν πάνω από το κεφάλι μας…»

Ο ορισμός της επαγγελματικής εξουθένωσης από τον Maslach τονίζει τη διαρκή φύση αυτού του είδους στρες, περιλαμβάνοντας την αποσύνδεση και αποπροσωποποίηση, τη συναισθηματική εξάντληση και τη μειωμένη αίσθηση προσωπικής ολοκλήρωσης (Maslach, 1982). Η επαγγελματική εξουθένωση έχει συσχετιστεί με μία σειρά από εννοιολογικά συναφείς έννοιες, όπως η κόπωση από συμπόνια (Bhutani et al., 2012), το επαγγελματικό στρες (Simionato & Simpson, 2018) και το δευτερογενές τραυματικό στρες (Nolte et al., 2017).

Είναι χρήσιμο εδώ να ξεχωρίζουμε την επαγγελματική εξουθένωση από συγγενείς, αλλά όχι ταυτόσημες, έννοιες. Η κόπωση από συμπόνια και το δευτερογενές τραυματικό στρες συνδέονται περισσότερο με τη συνεχή έκθεση στον πόνο, στο τραύμα και στις δύσκολες ιστορίες των ανθρώπων που φροντίζουμε, ενώ το burnout συνδέεται κυρίως με το χρόνιο εργασιακό στρες και τις συνθήκες μέσα στις οποίες παρέχεται η εργασία. Στην πράξη, βέβαια, οι εμπειρίες αυτές μπορεί να αλληλοεπικαλύπτονται και να ενισχύουν η μία την άλλη (Bhutani et al., 2012· Nolte et al., 2017).

Η επαγγελματική εξουθένωση έχει αναγνωριστεί ως μία σημαντική πρόκληση που σχετίζεται με την εργασία για τους ψυχολόγους και τους θεραπευτές (McCormack et al., 2018; Simionato & Simpson, 2018) και, γενικότερα, σε περιβάλλοντα ψυχικής υγείας, με ποσοστά μεταξύ 21% και 67% να αναφέρουν υψηλά επίπεδα (Morse et al., 2012). Άλλη ερευνητική μελέτη βρήκε ότι το 44% των θεραπευτών που συμμετείχαν στην έρευνα βαθμολογήθηκε με υψηλό σκορ στην υποκλίμακα συναισθηματικής εξάντλησης του Maslach Burnout Inventory (Rupert & Morgan, 2005).

Έρευνες έχουν επισημάνει ότι οι επαγγελματίες που βιώνουν επαγγελματική εξουθένωση είναι λιγότερο πιθανό να παρέχουν επαρκή ενσυναίσθηση και συναισθηματική υποστήριξη, καθώς μπορεί να εμπλέκονται σε αμυντικούς μηχανισμούς προκειμένου να διατηρήσουν τη συναισθηματική τους ικανότητα, κάτι που με τη σειρά του μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ευεξία και την ανάρρωση των θεραπευόμενων (Bearse et al., 2013; Connor et al., 2018). Η επαγγελματική εξουθένωση σε ψυχολόγους και θεραπευτές έχει επίσης συνδεθεί με μειωμένη παραγωγικότητα, αυξημένες απουσίες, εναλλαγή προσωπικού, χαμηλότερη προσωπική αποτελεσματικότητα και υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ψυχικών δυσκολιών, όπως η κατάθλιψη (Simionato et al., 2019; Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, 2018).

Με αυτή την έννοια, η εξουθένωση της θεραπεύτριας δεν είναι μόνο ένα ζήτημα προσωπικής ευεξίας. Μπορεί να γίνει και ζήτημα ποιότητας και δεοντολογίας της φροντίδας, επειδή η ψυχοθεραπεία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην παρουσία, στην προσοχή, στη συναισθηματική διαθεσιμότητα και στην ικανότητα του θεραπευτή να σκέφτεται καθαρά μέσα σε απαιτητικές κλινικές συνθήκες. Η προστασία του θεραπευτή, επομένως, συνδέεται άμεσα και με την προστασία της θεραπευτικής σχέσης (Simionato, Simpson & Reid, 2019).

Γενικότερα, η επαγγελματική εξουθένωση των θεραπευτών δεν έχει μελετηθεί εκτενώς. Ωστόσο, υπάρχουσες μελέτες έχουν δείξει ότι οι ψυχοθεραπευτές που βιώνουν επαγγελματική εξουθένωση μπορεί να δυσκολεύονται σημαντικά στη διαχείριση θεραπευτικών διαδικασιών, κάτι που μπορεί ακόμη και να θέσει σε κίνδυνο την ποιότητα της φροντίδας των θεραπευόμενων (π.χ. Farber & Heifetz, 1982; Ackerley et al., 1988; Rupert & Morgan, 2005; Berjot et al., 2013). Μπορεί επίσης να εμφανίζουν διάφορες σωματικές και ψυχολογικές δυσκολίες, όπως πόνο στην πλάτη, πονοκεφάλους, γαστρεντερίτιδα, κατάθλιψη και κατάχρηση ουσιών (Raquepaw & Miller, 1989; Rupert & Kent, 2007), και συχνά να εκφράζουν πρόθεση αποχώρησης από την εργασία τους (Rosenberg & Pace, 2006; Garcia et al., 2014).

Σε σύγκριση με τις μελέτες για την επαγγελματική εξουθένωση, πολύ λιγότερη έρευνα έχει διερευνήσει το ζήτημα της ψυχολογικής ευεξίας μεταξύ των ψυχοθεραπευτών (Laverdière et al., 2018, 2019). Με άλλα λόγια, ενώ υπάρχει σχετική συναίνεση σχετικά με το γιατί και το πώς το ψυχοθεραπευτικό επάγγελμα μπορεί να είναι επιβαρυντικό για την ψυχική υγεία των ψυχοθεραπευτών, πολύ λιγότερα είναι γνωστά για τα προσωπικά, κοινωνικά και εργασιακά χαρακτηριστικά που μπορούν να προάγουν υψηλότερη ευεξία και ποιότητα ζωής μεταξύ των ψυχοθεραπευτών.

Ίσως εδώ υπάρχει και μία σημαντική μετατόπιση στο ερευνητικό ερώτημα: όχι μόνο «τι κάνει έναν θεραπευτή να εξουθενώνεται;», αλλά και «τι τον βοηθά να παραμένει ζωντανός, ικανοποιημένος και ψυχικά διαθέσιμος μέσα σε ένα επάγγελμα υψηλής συναισθηματικής απαίτησης;». Η μελέτη της ευεξίας των θεραπευτών μάς μετακινεί από μία αποκλειστικά παθοκεντρική οπτική προς την αναζήτηση προστατευτικών παραγόντων και βιώσιμων τρόπων άσκησης του επαγγέλματος.

Από όσο αναφέρουν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς, η βιβλιογραφία για τους παράγοντες που προάγουν την ευεξία και την ποιότητα ζωής των ψυχοθεραπευτών παραμένει αρκετά πιο περιορισμένη σε σχέση με τη βιβλιογραφία για την επαγγελματική εξουθένωση.» Το ζήτημα αυτό είναι θεμελιώδους σημασίας, καθώς αρκετές κλασικές ανασκοπήσεις έχουν επισημάνει ότι οι θεραπευόμενοι επιλέγουν να συνεργαστούν με ψυχοθεραπευτές που θεωρούν ψυχολογικά υγιείς και ικανοποιημένους με τη ζωή τους (Lambert & Barley, 2001). Επιπλέον, ορισμένοι συγγραφείς έχουν παρατηρήσει ότι η κακή ποιότητα ζωής και οι συναφείς ψυχικές δυσκολίες ενός ψυχοθεραπευτή μπορεί να παρεμποδίσουν σημαντικά την ικανότητά του να διαμορφώσει μία θεραπευτική συμμαχία (Enochs & Etzbach, 2004· Holmqvist & Jeanneau, 2006).

Ακόμη, η πολύωρη εργασία, σε συνδυασμό με τον μεγάλο αριθμό περιστατικών που διαχειρίζονται οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας και, συχνά, τη δυσκολία ορισμένων θεραπευόμενων να εμπλακούν στη θεραπευτική διαδικασία, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ψυχικής δυσφορίας των επαγγελματιών, η οποία μπορεί να κλιμακώνεται σταδιακά. Οι παραπάνω παράγοντες μπορούν μακροπρόθεσμα να συμβάλουν στην εμφάνιση συνδρόμων όπως αυτό της επαγγελματικής εξουθένωσης (Bakker, Killmer, Siegrist & Schaufeli, 2000).

Πέραν της ψυχικής τους υγείας, η εξουθένωση επηρεάζει και τη φύση της εργασίας των επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Η έρευνα των Rupert και Morgan σημειώνει ότι οι θεραπευτές βαθμολογούνται υψηλά σε μετρήσεις εξουθένωσης (Rupert & Morgan, 2005). Οι θεραπευόμενοι που συνεργάζονται με θεραπευτές οι οποίοι έχουν εξουθενωθεί μπορεί να έχουν χειρότερη έκβαση από εκείνους που βρίσκονται σε θεραπεία με θεραπευτές που δεν έχουν εξουθενωθεί (McCarthy & Frieze, 1999).

--

3. Αυτοφροντίδα των θεραπευτών/τριών: Δικαίωμα ή/και προαπαιτούμενο επαγγελματικής ικανοποίησης

 

Τα παραπάνω είναι κάποια σημαντικά στοιχεία από έρευνες και μελέτες στο πεδίο της επαγγελματικής εξουθένωσης για τους ειδικούς ψυχικής υγείας και θεραπευτές.

Ωστόσο, χρειάζεται ακόμη να γίνουν πολλές έρευνες για να καταδειχθούν πιο συγκεκριμένοι παράγοντες που επιδρούν στην εξουθένωση των θεραπευτών/τριών, όπως ενδοπροσωπικές μεταβλητές των ψυχοθεραπευτών — για παράδειγμα χαρακτηριστικά προσωπικότητας και η προσωπική ιστορία του/της κάθε θεραπευτή/τριας — αλλά και κοινωνικοί, οικονομικοί και πολιτισμικοί παράγοντες.

Από τις παραπάνω μελέτες και όσα στοιχεία έχουν ήδη ερευνηθεί, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο να βιώσουν επαγγελματική εξουθένωση.

Κάποιες περαιτέρω παρατηρήσεις θα ήταν πολύ σημαντικές για τη μελέτη του τι μπορεί να ωθεί θεραπευτές/τριες σε εξουθένωση και, εν τέλει, των τρόπων και των διεξόδων που μπορούν να τους προστατεύσουν από αυτή.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται προσοχή ώστε η συζήτηση για την αυτοφροντίδα να μη μετατραπεί σε μία ακόμη απαίτηση προς τον ήδη εξουθενωμένο επαγγελματία. Η αυτοφροντίδα δεν μπορεί να σημαίνει «φρόντισε καλύτερα τον εαυτό σου για να αντέξεις ακόμη περισσότερη πίεση». Αν οι εργασιακές συνθήκες παραμένουν σταθερά επιβαρυντικές, η ατομική φροντίδα από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται να εξετάζονται ταυτόχρονα το άτομο, το επαγγελματικό πλαίσιο και οι ευρύτερες δομές μέσα στις οποίες εργάζεται.

Σε ένα περισσότερο κλινικό και υποθετικό επίπεδο, θα μπορούσαμε επίσης να αναρωτηθούμε αν θεραπευτές/τριες με ιστορία γονεοποίησης στην οικογένεια καταγωγής μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι/ες σε τάσεις υπερλειτουργικότητας, υπερεργασίας, χρόνιας υπερεπαγρύπνησης και δυσκολίας στον καθορισμό ορίων. Η εμπειρία της γονεοποίησης έχει συνδεθεί με την πρόωρη ανάληψη ευθύνης για τις ανάγκες των άλλων και με μοτίβα υπερβολικής φροντίδας και ευθύνης (Jurkovic, 2014). Σε ορισμένους θεραπευτές, τέτοια μοτίβα θα μπορούσαν ενδεχομένως να εκφραστούν μέσα από έναν ρόλο “σωτήρα”, με αυξημένη αίσθηση ευθύνης για τους θεραπευόμενους και, κατ’ επέκταση, να συμβάλουν σε μεγαλύτερη συναισθηματική επιβάρυνση και εξουθένωση.

Αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τις πολιτισμικές αξίες: οι μακροχρόνιες σπουδές και οι υψηλές απαιτήσεις, τα κοστοβόρα προγράμματα ψυχοθεραπείας και οι μεταπτυχιακές σπουδές, που μειώνουν σημαντικά την προσβασιμότητα για άτομα από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, η υπερφόρτωση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας σε ψυχοκοινωνικές δομές, το υψηλό κόστος διαβίωσης και η υπερεργασία των επαγγελματιών ψυχικής υγείας στον ιδιωτικό χώρο δημιουργούν ένα σημαντικό έδαφος για την καλλιέργεια επαγγελματικής εξουθένωσης, ιδιαίτερα στους νέους επαγγελματίες.

Ιδιαίτερα για τους νεότερους επαγγελματίες, μπορεί να δημιουργείται μία δύσκολη αντίφαση: από τη μία χρειάζεται να εκπαιδευτούν, να εποπτευτούν και να αποκτήσουν εμπειρία και από την άλλη πρέπει ταυτόχρονα να βιοποριστούν, να καλύψουν το κόστος των εκπαιδεύσεων και να αποδείξουν διαρκώς την επαγγελματική τους επάρκεια. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ακόμη και η ξεκούραση μπορεί να βιώνεται ενοχικά, σαν να αποτελεί καθυστέρηση ή ένδειξη ότι «δεν προσπαθούν αρκετά».

Επιπρόσθετα στους παραπάνω λόγους, η υπερεργασία και η ευρύτερη, διαδεδομένη αξία του να «κάνουμε συνέχεια πράγματα», να παράγουμε διαρκώς, να υπερεργαζόμαστε και να προσπαθούμε να αυτοβελτιωνόμαστε μέσα από όλο και περισσότερα πτυχία και πιστοποιήσεις, στην προσπάθεια να μηδενίσουμε κάθε αγωνία ανεπάρκειας και μέσα σε ένα κυνήγι τελειοθηρίας, δεν επιτρέπουν στους θεραπευτές/τριες να ξαποσταίνουν, να φροντίζονται και να καλλιεργούν την εσωτερική εμπιστοσύνη, την αίσθηση επάρκειας και την αναγνώριση των επιτευγμάτων τους, ώστε να μπορούν να επενδύουν και σε άλλες πτυχές της ζωής τους.

Η αυτοφροντίδα των θεραπευτών και των επαγγελματιών ψυχικής υγείας δεν είναι μόνο ένα δικαίωμα στην επαγγελματική τους ζωή, αλλά και προαπαιτούμενο τόσο για τη δική τους επαγγελματική λειτουργία όσο και για την ποιότητα της φροντίδας που παρέχουν στους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η αυτοφροντίδα είναι πολύπλευρη: αφενός αφορά την εκπαίδευση και την εξέλιξη των επιστημονικών γνώσεων και δεδομένων, καθώς και την επαγγελματική ανάπτυξη μέσα από ατομικές και ομαδικές βιωματικές διεργασίες και κοινότητες με συναδέλφους· αφετέρου αφορά και τη φροντίδα άλλων πτυχών της ζωής των θεραπευτών/τριών, που «ενυδατώνουν» τη ζωή, λειτουργούν ως προστατευτικοί παράγοντες και ενισχύουν τα συναισθηματικά και ψυχικά αποθέματα: η ξεκούραση, τα υποστηρικτικά δίκτυα, οι διακοπές, η διασκέδαση και η ψυχαγωγία, οι ικανοποιητικές σχέσεις με σημαντικούς άλλους, η διατροφή και η άσκηση.

Η αυτοφροντίδα, επομένως, δεν είναι μία μεμονωμένη πράξη ούτε μία λίστα από «σωστές συνήθειες». Μπορεί να ιδωθεί σε πολλά επίπεδα: επαγγελματικά, μέσα από εποπτεία, εκπαίδευση, ρεαλιστικό αριθμό περιστατικών και σαφή όρια· σχεσιακά, μέσα από συναδελφικά και προσωπικά δίκτυα που προσφέρουν σύνδεση και στήριξη· σωματικά, μέσα από ύπνο, κίνηση, διατροφή, ξεκούραση και φροντίδα της υγείας· και υπαρξιακά, μέσα από την παρουσία νοήματος, δημιουργικότητας, παιχνιδιού, απόλαυσης και ζωής έξω από την επαγγελματική ταυτότητα.

Η εποπτεία, ειδικότερα, δεν λειτουργεί μόνο ως χώρος τεχνικής καθοδήγησης. Μπορεί να αποτελεί χώρο όπου ο θεραπευτής επεξεργάζεται το συναισθηματικό φορτίο της εργασίας, αναγνωρίζει τα όριά του, παρατηρεί τι ενεργοποιείται προσωπικά μέσα στη θεραπευτική σχέση και αποφεύγει να μένει μόνος απέναντι σε πολύ απαιτητικές κλινικές εμπειρίες. Αντίστοιχα, η σύνδεση με συναδέλφους μπορεί να μειώνει την απομόνωση που συχνά συνοδεύει το ιδιωτικό επάγγελμα.

Λέμε πολλές φορές στην ψυχοθεραπεία ότι «το πρόβλημα δεν μπορεί να είναι η λύση». Το burnout, τόσο ευρύτερα όσο και ειδικότερα στους θεραπευτές/τριες, δεν μπορεί να αποδίδεται μόνο σε ατομική ευθύνη ή ατομική αποτυχία, καθώς αποτελεί μία πολυδιάστατη κατάσταση. Σίγουρα αφορά και το ίδιο το άτομο — και, με αφορμή το δικό μου βίωμα, το πώς το ίδιο θα τοποθετηθεί απέναντι στη δική του εμπειρία εξουθένωσης, εφόσον αποκτήσει όσο το δυνατόν πληρέστερη συνειδητοποίηση και επίγνωση. Ταυτόχρονα, όμως, χρειάζεται να αναδεικνύονται και άλλες αιτίες και παράγοντες που συντελούν στην επαγγελματική εξουθένωση, όπως δομικοί και οικονομικοί παράγοντες, η εργασιακή εκμετάλλευση, οι ακριβές εκπαιδεύσεις που περιορίζουν την πρόσβαση των επαγγελματιών στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση ή τους ωθούν στην εξάντληση, οι πάγιες πολιτισμικές αντιλήψεις περί υπερεργασίας και παραγωγικότητας και πολλά άλλα.

Αυτό σημαίνει και ότι η αυτοφροντίδα δεν πρέπει να εργαλειοποιείται αποκλειστικά για να γίνουμε ξανά πιο παραγωγικοί. Η ξεκούραση δεν χρειάζεται πάντοτε να δικαιολογείται επειδή «θα αποδώσουμε καλύτερα μετά». Μπορεί να αποτελεί αξία από μόνη της, όπως και το δικαίωμα του θεραπευτή να έχει μία ζωή που δεν εξαντλείται στον επαγγελματικό του ρόλο. Η βιωσιμότητα του επαγγέλματος χτίζεται όταν η φροντίδα δεν είναι το τελευταίο πράγμα που μένει αφού ολοκληρωθούν όλες οι υποχρεώσεις, αλλά μέρος του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η εργασία και η ζωή.

Η φροντίδα των θεραπευτών/τριών δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα, αλλά και προαπαιτούμενο ώστε να μπορούν να στέκονται ικανοποιητικά στον πόνο, στις δυσκολίες και στα αιτήματα των ανθρώπων που μας ζητούν φροντίδα, χωρίς να χάνουν οι ίδιοι τη ζωή τους. Και οι διεξόδοι και οι «λύσεις» αποτελούν αφενός ευθύνη του ίδιου του ατόμου-θεραπευτή/τριας ως προς το πώς θα πορευτεί στη ζωή του, πώς θα φροντίζεται επαγγελματικά και ποιες επιλογές θα ακολουθήσει, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων και των περιορισμών του, και αφετέρου αντικείμενο συλλογικών διεργασιών και διεκδικήσεων. Χρειάζονται δομικές, κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές μετατοπίσεις και αλλαγές, ώστε η εκπαίδευση και η εργασία στον χώρο της ψυχικής υγείας να είναι περισσότερο προσβάσιμες και λιγότερο ταλαιπωρητικές και εξαντλητικές για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Ίσως, τελικά, ένας επαρκής θεραπευτής δεν είναι εκείνος που δεν κουράζεται ποτέ, που αντέχει τα πάντα ή που είναι διαρκώς διαθέσιμος. Είναι και εκείνος που μπορεί να αναγνωρίζει έγκαιρα την κόπωσή του, να ακούει τα όριά του, να ζητά υποστήριξη και να προσαρμόζει τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται πριν η εξάντληση γίνει μόνιμος τρόπος ύπαρξης. Η ευαλωτότητα του επαγγελματία δεν αναιρεί την επάρκειά του· η άρνησή της, αντίθετα, μπορεί να γίνει επικίνδυνη τόσο για τον ίδιο όσο και για τη φροντίδα που προσφέρει.

Και ίσως ένα συλλογικό ερώτημα που αξίζει να παραμένει ανοιχτό είναι το εξής: πώς μπορούμε να μιλάμε για κουλτούρα φροντίδας στην ψυχική υγεία, αν τα ίδια τα συστήματα εκπαίδευσης και εργασίας εξαντλούν εκείνους που καλούνται να φροντίζουν;


 Από: Χριστίνα Πανταζή

Βιβλιογραφία:

Άρθρα.

Ackerley, G. D., Burnell, J., Holder, D. C., & Kurdek, L. A. (1988). Burnout among licensed psychologists. Professional psychology: Research and practice, 19(6), 624.

Bakker, A. B., Killmer, C. H., Siegrist, J., & Schaufeli, W. B. (2000). Effort–reward imbalance and burnout among nurses. Journal of advanced nursing, 31(4), 884-891.

Bearse, J. L., McMinn, M. R., Seegobin, W., & Free, K. (2013). Barriers to psychologists seeking mental health care. Professional Psychology: Research and Practice, 44(3), 150.

Berjot, S., Altintas, E., Lesage, F. X., & Grebot, E. (2013). The impact of work stressors on identity threats and perceived stress: An exploration of sources of difficulty at work among French psychologists. Sage Open, 3(3), 2158244013505292.

Bhutani, J., Bhutani, S., Balhara, Y. P. S., & Kalra, S. (2012). Compassion fatigue and burnout amongst clinicians: a medical exploratory study. Indian Journal of Psychological Medicine, 34(4), 332-337.

Enochs, W. K., & Etzbach, C. A. (2004). Impaired student counselors: Ethical and legal considerations for the family. The Family Journal, 12(4), 396-400.

Farber, B. A., & Heifetz, L. J. (1982). The process and dimensions of burnout in psychotherapists. Professional Psychology, 13(2), 293–301

Garcia, T. T., Garcia, P. C. R., Molon, M. E., Piva, J. P., Tasker, R. C., Branco, R. G., & Ferreira, P. E. (2014). Prevalence of burnout in pediatric intensivists: an observational comparison with general pediatricians. Pediatric Critical Care Medicine, 15(8), e347-e353.

Holmqvist, R., & Jeanneau, M. (2006). Burnout and psychiatric staff's feelings towards patients. Psychiatry research, 145(2-3), 207-213.

Jurkovic, G. J. (2014). Lost childhoods: The plight of the parentified child. Routledge.

Lambert, M. J., & Barley, D. E. (2001). Research summary on the therapeutic relationship and psychotherapy outcome. Psychotherapy: Theory, research, practice, training, 38(4), 357.

Laverdière, O., Kealy, D., Ogrodniczuk, J. S., Chamberland, S., & Descôteaux, J. (2019). Psychotherapists’ professional quality of life. Traumatology, 25(3), 208.

Laverdière, O., Kealy, D., Ogrodniczuk, J. S., & Morin, A. J. (2018). Psychological health profiles of Canadian psychotherapists: A wake up call on psychotherapists’ mental health. Canadian Psychology/psychologie canadienne, 59(4), 315.

Maslach C. 1982. Burnout: The Cost of Caring. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall

McCarthy, W. C., & Frieze, I. H. (1999). Negative aspects of therapy: Client perceptions of therapists' social influence, burnout, and quality of care. Journal of Social issues, 55(1), 33-50.

McCormack, H. M., MacIntyre, T. E., O’Shea, D., Herring, M. P., & Campbell, M. J. (2018). The prevalence and cause(s) of burnout among applied psychologists: A systematic review. Frontiers in Psychology, 9, 1897. https://doi.org/10.3389/fpsyg.2018.01897

Morse, G., Salyers, M. P., Rollins, A. L., Monroe-DeVita, M., & Pfahler, C. (2012). Burnout in mental health services: A review of the problem and its remediation. Administration and policy in mental health and mental health services research, 39(5), 341-352.

Nolte, A. G., Downing, C., Temane, A., & Hastings‐Tolsma, M. (2017). Compassion fatigue in nurses: A metasynthesis. Journal of clinical nursing, 26(23-24), 4364-4378.

O’Connor, K., Neff, D. M., & Pitman, S. (2018). Burnout in mental health professionals: A systematic review and meta-analysis of prevalence and determinants. European psychiatry, 53, 74-99.

Raquepaw, J. M., & Miller, R. S. (1989). Psychotherapist burnout: A componential analysis. Professional Psychology: Research and Practice, 20(1), 32.

Rosenberg, T., & Pace, M. (2006). Burnout among mental health professionals: Special considerations for the marriage and family therapist. Journal of Marital and Family Therapy, 32(1), 87-99.

Rupert, P. A., & Kent, J. S. (2007). Gender and work setting differences in career-sustaining behaviors and burnout among professional psychologists. Professional Psychology: Research and Practice, 38(1), 88.

Rupert, P. A., & Morgan, D. J. (2005). Work setting and burnout among professional psychologists. Professional Psychology: Research and Practice, 36(5), 544.

Simionato, G. K., & Simpson, S. (2018). Personal risk factors associated with burnout among psychotherapists: A systematic review of the literature. Journal of clinical psychology, 74(9), 1431-1456.

Simionato, G., Simpson, S., & Reid, C. (2019). Burnout as an ethical issue in psychotherapy. Psychotherapy, 56(4), 470.

Βιβλία.

Schaffner, A. K. (2026). Εξάντληση: Ένα αντίδοτο στο burnout. Gutenberg.

Han, B. C. (2015). Η κοινωνία της κόπωσης. Opera.

Jurkovic, G. J. (2014). Lost childhoods: The plight of the parentified child. Routledge.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις