Ο θάνατος και το γονεοποιημένο παιδί
*Ένα κείμενό δύσκολο, αλλά με βαθιά
αίσθηση αγάπης*
Ήταν ένα χαλαρό μεσημέρι. Εγώ
καθόμουν στο καναπέ, ήρεμη, γαλήνια και ξεκουραζόμουν για την δύσκολη επόμενη
εβδομάδα. Κάποια στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο.
Ήταν μία αγαπημένη φίλη.
«Γειά σου Χριστίνα, πως είσαι»
«Καλά αγάπη μου εσύ?» θα απαντήσω
βαριεστημένα καθώς αγνοώ το τι συμβαίνει.
«Αγάπη μου…» παύση και ακούω τα
αναφιλητά τις φίλης μου να μην μπορεί να μιλήσει «Βρήκανε την μαμά μου νεκρή
σήμερα τα ξημερώματα στο νοσοκομείο…Πέθανε η μαμά μου…»
Σοκαρισμένη, κάτι με τινάζει
όρθια. Αρχίζω να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι μου είπε και να σταθώ όσο μπορώ
στο σοκ και στον θρήνο που εκείνη βιώνει. Λέω πόσο λυπάμαι, αν χρειάζεται κάτι
να έρθω, και μου εξηγεί την κατάσταση.
Για την φίλη μου όπως και για
πολλούς ανθρώπους η μαμά της ήταν ένα πρόσωπο με πολλά θέματα υγείας και ιδιαίτερα
ψυχικής και κάπως αυτά συνέβαλαν κομβικά να καταλήξει. Μπαινοέβγαινε στα
νοσοκομεία. Όμως το πιο βασικό ήταν- κάτι που λίγο καιρό πριν το είχαμε εκτενώς
συζητήσει- ότι δεν ήταν η μητέρα συνεργάσιμη, δεν αναλάμβανε την ευθύνη του
εαυτού της, δεν ζητούσε μία σωστή βοήθεια, ανακάτευε φάρμακα, ήταν αρνητική σε
φροντίδα πέρα από την φροντίδα των παιδιών της όπου ταυτόχρονα ένιωθε ενοχές
που τους επιβάρρυνε.
Θα θυμάμαι τότε να προσπαθώ να
κινητοποίησω την φίλη μου- μέρες πριν το συμβάν και να της λέω να πάει εκείνη
βοήθεια να δει πως θα σταθεί σε αυτό ή πως θα μπορούσε να εμπνέυσει την μητέρα της
να αναζητήσει βοήθεια- και είπα εμπνέυσει και όχι πείσει, ξέρετε γιατί; Γιατί
κανείς δεν μπορεί αν σώσει κάποιον αν εκείνος πρωτίστως δεν έχει κίνητρο να
σωθεί και να αναλάβει ευθύνη.
Σε αυτό όμως που έγινε στο
τηλέφωνο και ήταν και ο σκοπός του σημερινού άρθρου, ήταν η επόμενη φράση της φίλης
μου που με θύμωσε και στεναχώρησε βαθιά αλλά και συμπόνεσε…
«Χριστίνα νιώθω ενοχές…Νιώθω ότι
δεν έκανα αρκετά, αν είχαμε κάνει αυτή την κίνηση πιο νωρίς ή την άλλη»
Θα θυμάμαι πόσο γρήγορα
ενεργοποιήθηκε ο θυμός μου. Ο θυμός όχι σε εκείνη, όχι για την μητέρα της στο
σύνολο αλλά ο θυμός μου σε εκείνη την πλευρά της, σε εκείνο το γονεοποιημένο
παιδί που έχει αναλάβει την ευθύνη του γονέα- παιδιού , σε εκείνο το «παντοδύναμο
παιδί» που νιώθει ότι πρέπει να σώσει το γονέα ότι και να γίνει και αν δεν
γίνει εφικτό, η ευθύνη και ο θυμός θα γυρίσει σε εκείνη…
«Δεν θέλω να το ξαναπείς αυτό…Το
θεωρώ πολύ άδικο για εσένα. Πάντα έκανες ότι καλύτερο για την μαμά σου. Αλλά
δεν μπορούσες εσύ ούτε να την σώσεις ούτε να αναλάβεις τις επιλογές της. Μπορείς
να θρηνείς, μπορείς να στεναχωριέσαι, μπορείς να αποσυρθείς, να πενθείς, αλλά
το να σε κατηγορείς είναι το πιο άδικο πράγμα» θα θυμάμαι να της λέω σε μία
θυμωμένη, αλλά βαθιά συμπονετική και γεμάτη νοιάξιμο στάση μου για τον πόνο της,
όπου άρχιζε να παίρνει στοιχεία αυτομαστιγώματος.
Η αφήγηση τελειώνει για την
ιστορία εδώ.
Η ιστορία αυτή ήταν μία αφορμή
για να θυμηθούμε πόσο πόνο ήδη από τα μικράτα τους έχουν τα παιδιά που γίνονται
οι ενήλικες φιγούρες των γονέων και εκείνοι τα παιδιά. Που ανησυχούν, που τους τρέχουν
σε γιατρούς, που τους φορτώνονται στην ζωή τους με θυσία να πάει πίσω η δική τους.
Που φτάνουν σε τέλματα και αδιέξοδα επειδή οι γονείς συνεχίζουν να φέρονται εγωιστικά,
ανώριμα και τελείως εις βάρος τους. Που με την αυτοκαταστροφή τους, ωθούν τα
παιδιά όχι μόνο στην οδύνη του πένθους αλλά και ένα πολύπλοκο βίωμα πένθους
όπου ενυπάρχουν οι ενοχές, η αίσθηση ανημπόριας, η επιθετικότητα που την
στρέφουν κατά του εαυτού τους αντί στους ανθρώπους που θα έπρεπε ο θυμός να στραφεί.
Ο πόνος που βιώνουν εξαρχής στην σχέση με τους γονείς- παιδιά. Το βαθύ σχεσιακό
τραύμα.
Θα υπάρξει το πένθος. Στον γονέα ως πρόσωπο. Στον γονέα ως ρόλο που ποτέ δεν υπήρξε. Πένθος στην αίσθηση παντοδυναμίας και η ανάδειξη της αίσθησης ανημπόριας απέναντι στις επιλογές των άλλων και στην ίδια την Ζωή που δεν μπορούμε να ελέγξουμε και να χειριστούμε. Αν οι ενοχές επιτελούν σε κάτι είναι να συντηρήσουν το γονεοποιημένο κομμάτι εντός, να συνεχιστεί αυτή η 'αίσθηση ελέγχου και ευθύνης΄ σε κάτι που δεν μπορούσε να επιτευχθεί, σε επιλογές άλλων που δεν μπορούσαν να γίνουν αλλιώς αλλά και σε αυτά τα απροσδόκητα της ζωής όπως ο θάνατος.
Οι ενοχές κάνουν τους ανθρώπους να νιώθουν "οτι κάτι κακό κάνανε ή λάθος" αλλά όπως χιουμοριστικά έλεγε ο ψυχίατρος Ν. Παρίτσης στην εκπαίδευση μου παλιά σε μία πελάτισσα βαθιά ενοχική και καταθλιπτική: εσύ είσαι πολύ καλός άνθρωπος καλέ. Έχεις δει social killer και άλλους με έντονα παραβατικά και βίαια στοιχεία; δεν νιώθουν ποτέ ενοχές...
Στην θεραπεία ως άνθρωπος γνωρίζω
πολύ καλά γιατί με θυμώνει, φυσικά συνδέεται και με την δική μου ιστορία. Στην
θεραπεία γίνομαι η φιγούρα η γονεική, η υπερασπιστική, η τρυφερή, συμπονετική και υποστηρικτική που θα αγκαλιάσει τον πόνο των ανθρώπων αυτών και θα
υπερασπιστώ το παιδί μέσα τους όταν εκείνοι δεν μπορούν και επιτίθονται σε
εκείνον έχοντας την «απαίτηση να σώσουν το γονέα».
Η ιστορία αυτή όμως ήταν εκτός
θεραπείας και αφορούσε ένα σημαντικό μου πρόσωπο που και εγώ λειτουργώ ως άνθρωπος αλλά έφερε και διεργασίες τόσο γενικά όσο και στο πλάίσιο της θεραπείας
με το πιο σκληρό μάθημα ότι
«Δεν μπορούμε να σώσουμε τον
αλλον αν εκείνος δεν επιθυμεί να σωθεί. Το μόνο που μπορούμε να σώσουμε είναι
τον εαυτό μας»
Αλήθεια πονετική, βαθιά, δυνατή. Κάποιες
φορές πολύ σκληρή. Αλήθεια με πολύ ματαίωση και γείωμα. Αλλά αλήθεια ταυτόχρονα
ανακουφιστική και επουλωτική. Γιατί η ζωή τελικά είναι για εκείνους που
επιθυμούν να ζούν. Που προσπαθούν.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου