Φόβος Δέσμευσης: Ποτέ το ναι, πιο συχνά το όχι αλλά και το ίσως
Στη σημερινή εποχή, όλο και περισσότεροι άνθρωποι έρχονται στην ψυχοθεραπεία φέρνοντας ζητήματα που αφορούν τις συντροφικές τους σχέσεις.
Ένα από αυτά είναι η δυσκολία να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί μία σχέση στην οποία δύο άνθρωποι να επιθυμούν να μοιραστούν τις όμορφες στιγμές, αλλά και να μπορούν να διαπραγματευτούν, να αντέξουν και να εξελιχθούν μέσα από τις δύσκολες και «κρίσιμες» στιγμές της.
Όλο και περισσότερο ακούμε ανθρώπους να μιλούν για μοναξιά, απογοήτευση, δυσκολία σύνδεσης και μία αίσθηση ότι οι σχέσεις αρχίζουν εύκολα αλλά δύσκολα αποκτούν βάθος.
Οι λόγοι φυσικά είναι πολλοί και η ιστορία κάθε ανθρώπου διαφορετική.
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, που είναι γρήγορος και έντονος, η ψηφιακή πραγματικότητα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η αίσθηση ότι υπάρχουν συνεχώς περισσότερες επιλογές, ίσως και μία μεγαλύτερη αίσθηση «αναλωσιμότητας» στις γνωριμίες, μπορούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι προσεγγίζουν τη συντροφικότητα.
Παράλληλα, όμως, σημαντικό ρόλο παίζει και το πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγάλωσε κάποιος: τα πρότυπα σχέσεων που γνώρισε, η ποιότητα των πρώτων δεσμών του και το συναισθηματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γαλουχήθηκε.
Για κάποιους ανθρώπους, λοιπόν, το ζήτημα δεν είναι ότι δεν επιθυμούν μία σχέση.
Μπορεί να τη λαχταρούν.
Μπορεί να επιθυμούν την τρυφερότητα, τη συντροφικότητα, το μοίρασμα, τη σεξουαλικότητα, την εγγύτητα, τη φροντίδα.
Και ταυτόχρονα να φοβούνται ακριβώς αυτό που επιθυμούν.
Πολλά βιβλία αυτοβελτίωσης και ψυχολογίας που ασχολούνται με τις σχέσεις προσφέρουν ιδέες και κατευθύνσεις για ανθρώπους που βρίσκονται ήδη μέσα σε μία συντροφική σχέση και αντιμετωπίζουν δυσκολίες.
Λιγότερο, όμως, συζητιέται μερικές φορές το «στάδιο πριν».
Οι άνθρωποι που λαχταρούν μία σχέση, αλλά δυσκολεύονται να μπουν ουσιαστικά σε αυτή.
Άλλοι παραμένουν μόνοι για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Άλλοι εναλλάσσουν συντρόφους, αναζητώντας συνεχώς «κάτι καλύτερο».
Άλλοι μπαίνουν σε σχέσεις αλλά παραμένουν συναισθηματικά μουδιασμένοι ή απενεργοποιημένοι.
Άλλοι πλησιάζουν πολύ έντονα στην αρχή και στη συνέχεια απομακρύνονται.
Και άλλοι μπορεί να παραμένουν για χρόνια μέσα σε μία σχέση, χωρίς όμως να αφήνουν ποτέ πραγματικά τον άλλον να πλησιάσει πολύ κοντά.
Μιλάμε για ανθρώπους που, με διαφορετικούς τρόπους, μπορεί να φοβούνται τη δέσμευση και τη βαθύτερη συναισθηματική εγγύτητα.
Η θεωρία της προσκόλλησης του John Bowlby και μεταγενέστερες προσεγγίσεις έχουν προσφέρει έναν τρόπο κατανόησης τέτοιων δυσκολιών, ιδιαίτερα όταν συναντάμε περισσότερο αποφευκτικούς τρόπους σύνδεσης. Άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις χρησιμοποιούν διαφορετικές έννοιες και ορολογίες.
Εδώ, όμως, δεν μας ενδιαφέρει τόσο η ετικέτα όσο η εμπειρία.
Τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος θέλει να πλησιάσει και ταυτόχρονα φοβάται την ίδια την εγγύτητα που επιθυμεί;
Υπάρχουν άνθρωποι που στην αρχική φάση μίας γνωριμίας μπορεί να είναι εξαιρετικά τρυφεροί, δοτικοί, γοητευτικοί και επιβεβαιωτικοί.
Μπορεί να έχουν συχνή επικοινωνία, να οργανώνουν πλάνα, να δείχνουν ενθουσιασμό, να δημιουργούν την αίσθηση ότι η σχέση προχωρά γρήγορα.
Και στη συνέχεια κάτι αλλάζει.
Μπορεί να γίνονται πιο ψυχροί.
Να χάνονται.
Να απομακρύνονται.
Να «απενεργοποιούνται» συναισθηματικά.
Να αρχίζουν ξαφνικά να εστιάζουν υπερβολικά στα αρνητικά χαρακτηριστικά του άλλου ή να ψάχνουν λόγους για τους οποίους «δεν είναι τελικά ο κατάλληλος άνθρωπος».
Μερικές φορές αφήνουν την επικοινωνία θολή. Άλλοτε μπορεί να γίνουν επιθετικοί ή επικριτικοί και στη συνέχεια να αποχωρήσουν.
Και ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί τους μένει συχνά μπερδεμένος.
«Τι άλλαξε;»
«Έκανα κάτι;»
«Πριν λίγες ημέρες ήμασταν τόσο κοντά. Τώρα τι συνέβη;»
Στη δυσκολότερη εκδοχή, ο άλλος μπορεί να μείνει όχι μόνο μπερδεμένος, αλλά ανασφαλής, θυμωμένος ή υποτιμημένος.
Μερικοί άνθρωποι που φοβούνται τη δέσμευση δεν τερματίζουν καθαρά μία επαφή.
Μπορεί να την οδηγούν σταδιακά σε ένα «σβήσιμο», περιμένοντας ουσιαστικά από τον άλλο να δώσει το τέλος.
Άλλοι λένε:
«Δεν είμαι έτοιμος/η για σχέση».
Άλλοι καταλήγουν ότι ο άνθρωπος απέναντί τους «δεν είναι ο σωστός».
Και στη συνέχεια μπορεί να προχωρούν πολύ γρήγορα σε μία νέα γνωριμία, χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία αυτού που συνέβη προηγουμένως και χωρίς μεγάλη επίγνωση του δικού τους ρόλου μέσα στη σχεσιακή δυναμική.
Αυτό είναι σημαντικό:
δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που λέει «δεν είμαι έτοιμος για σχέση» φοβάται τη δέσμευση.
Μερικές φορές ένας άνθρωπος πράγματι δεν επιθυμεί μία σχέση ή δεν επιθυμεί τη συγκεκριμένη σχέση.
Όταν, όμως, βλέπουμε το ίδιο μοτίβο να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά — έντονη προσέγγιση, εγγύτητα, φόβος, απόσταση, αποχώρηση και μία νέα αρχή κάπου αλλού — τότε ίσως αξίζει να διερευνηθεί τι συμβαίνει βαθύτερα.
Μέσα στον ψυχισμό του ανθρώπου που φοβάται τη δέσμευση μπορεί να υπάρχει ένα διαρκές σύστημα συναγερμού.
Σαν μία εσωτερική φωνή που ψιθυρίζει:
«Πρόσεχε».
«Κάτι δεν πάει καλά».
«Μην εξαρτηθείς».
«Μην παραδοθείς».
«Θα χάσεις την ελευθερία σου».
«Θα πληγωθείς».
«Φύγε πριν σε αφήσουν».
Μερικές φορές, λοιπόν, ο άνθρωπος εγκαταλείπει πρώτος ώστε να μην κινδυνεύσει να βιώσει την εμπειρία ότι εγκαταλείπεται.
Η αποχώρηση γίνεται ένας τρόπος ελέγχου της πιθανής απώλειας.
Αν φύγω εγώ πρώτος, τουλάχιστον δεν θα βιώσω ότι κάποιος αποφάσισε να φύγει από εμένα.
Και εδώ μπαίνει ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο: ο έλεγχος.
Για έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται πολύ με την ευαλωτότητα, η ανάπτυξη ενός συναισθηματικού δεσμού σημαίνει ότι κάτι αρχίζει να βρίσκεται έξω από τον απόλυτο έλεγχό του.
Και αυτό μπορεί να είναι τρομακτικό.
Γιατί κάθε πραγματική σχέση περιλαμβάνει έναν βαθμό αβεβαιότητας.
Δεν μπορούμε να ελέγξουμε απολύτως το πώς αισθάνεται ο άλλος.
Δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι δεν θα αλλάξει.
Δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι δεν θα υπάρξει ποτέ σύγκρουση, απόσταση ή απώλεια.
Η εγγύτητα σημαίνει ότι αφήνω έναν άλλο άνθρωπο να αποκτήσει σημασία για μένα.
Και όταν κάποιος αποκτήσει σημασία, αποκτώ και κάτι να χάσω.
Έτσι, η ανάγκη ελέγχου μπορεί να λειτουργεί σαν προστατευτικό σύστημα:
«Αν δεν μπω πολύ βαθιά, δεν θα πληγωθώ πολύ βαθιά».
«Αν κρατήσω μία πόρτα ανοιχτή για να φύγω, δεν θα εγκλωβιστώ».
«Αν δεν εξαρτηθώ συναισθηματικά, δεν θα κινδυνεύσω».
Για ορισμένους ανθρώπους, η συναισθηματική εγγύτητα συνδέεται βαθιά με μία αίσθηση απειλής.
Μπορεί να βιώνουν την εξάρτηση από ένα άλλο πρόσωπο όχι ως μία φυσιολογική πλευρά της ανθρώπινης σύνδεσης αλλά ως απώλεια του εαυτού τους.
Σαν ο σύντροφος να πρόκειται να τους κυριεύσει, να τους «καταπιεί», να τους περιορίσει ή να τους καθυποτάξει.
Αυτές οι εμπειρίες μπορεί να έχουν περισσότερο να κάνουν με παλαιότερες σχεσιακές πληγές και με τις πρώτες σχέσεις με τα πρόσωπα φροντίδας παρά με τον άνθρωπο που βρίσκεται πραγματικά απέναντί τους στο παρόν.
Και τότε δημιουργείται ένα παράδοξο:
ο δεσμός βιώνεται σαν δεσμά.
Η σχέση, αντί να βιώνεται ως χώρος συντροφικότητας και σύνδεσης, βιώνεται ως απειλή περιορισμού.
Μία χαρακτηριστική φράση είναι:
«Δεν είμαι έτοιμος/η για σχέση ακόμη».
Έχει ενδιαφέρον εδώ η λέξη «ακόμη».
Γιατί αφήνει μία πόρτα ανοιχτή.
Όχι τώρα.
Αλλά ίσως αργότερα.
Ίσως κάποτε.
Ίσως αν αλλάξουν οι συνθήκες.
Και αυτό μπορεί να δημιουργήσει μεγάλη σύγχυση στον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι.
Τι να ακούσει;
Το:
«Δεν είμαι έτοιμος για σχέση»;
Ή το:
«Δεν είμαι έτοιμος ακόμη»;
Γιατί ειδικά ένας άνθρωπος που φοβάται ο ίδιος την εγκατάλειψη μπορεί να πιαστεί από το δεύτερο.
«Ίσως αν περιμένω».
«Ίσως αν προσπαθήσω».
«Ίσως αν είμαι αρκετά υπομονετικός».
«Ίσως μαζί μου να καταφέρει να είναι έτοιμος».
Και τότε μπορεί να δημιουργηθεί μία δύσκολη δυναμική, όπου ο ένας απομακρύνεται και ο άλλος προσπαθεί ακόμη περισσότερο να τον φέρει κοντά.
Και φυσικά δεν υπάρχει μόνο η ιστορία εκείνου που φοβάται τη δέσμευση.
Υπάρχει και η ιστορία εκείνου που τον επιλέγει ξανά και ξανά.
Ορισμένοι άνθρωποι που έλκονται από συναισθηματικά μη διαθέσιμους συντρόφους μπορεί επίσης να κουβαλούν παλιές σχεσιακές πληγές.
Μπορεί να έχουν βιώσει ανεπαρκή, ασταθή ή ελλιπή συναισθηματική φροντίδα και να υπάρχει μέσα τους η βαθιά ελπίδα:
«Αυτή τη φορά θα καταφέρω να κάνω έναν άνθρωπο να μείνει».
«Αυτή τη φορά δεν θα με εγκαταλείψουν».
Και έτσι μία σημερινή σχέση γίνεται, χωρίς απαραίτητα να το συνειδητοποιούν, ένα πεδίο πάνω στο οποίο προσπαθούν να αλλάξουν το τέλος μίας πολύ παλαιότερης ιστορίας.
Μόνο που κανείς δεν μπορεί να θεραπεύσει τον φόβο δέσμευσης ενός άλλου ανθρώπου με περισσότερη αγάπη, περισσότερη υπομονή ή περισσότερη αυτοθυσία.
Για να αλλάξει ένα σχεσιακό μοτίβο, χρειάζεται πρώτα να αναγνωριστεί από τον ίδιο τον άνθρωπο που το επαναλαμβάνει.
Χρειάζεται επίγνωση.
Και βέβαια χρειάζεται και επιθυμία για αλλαγή.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο είναι η προσδοκία γύρω από τον έρωτα.
Αρκετοί άνθρωποι πιστεύουν ότι για να ξεκινήσει μία ουσιαστική σχέση πρέπει να υπάρξει εξαρχής ένα συγκλονιστικό κλίμα πάθους, έντασης και έρωτα.
Όμως οι βαθιές συντροφικές σχέσεις δεν χτίζονται μόνο πάνω στην αρχική ένταση.
Η εγγύτητα, η εμπιστοσύνη, η τρυφερότητα και η βαθύτερη έλξη μπορούν να αναπτύσσονται σταδιακά όσο δύο άνθρωποι γνωρίζονται πραγματικά.
Στην αρχή μίας γνωριμίας είναι εύκολο να προβάλουμε πάνω στον άλλο επιθυμίες, ανάγκες, ελπίδες και φαντασιώσεις.
Ο άλλος δεν είναι ακόμη πλήρως γνωστός.
Και ακριβώς μέσα σε αυτό το άγνωστο μπορεί να χωρέσει πολύ εύκολα το ιδανικό.
Η πραγματικότητα έρχεται αργότερα.
Όταν εμφανίζονται οι διαφορές.
Οι ανασφάλειες.
Οι ανάγκες.
Οι απογοητεύσεις.
Οι συγκρούσεις.
Η ανάγκη για διαπραγμάτευση.
Η ανάγκη να δούμε τον άλλο ως πραγματικό άνθρωπο και όχι ως φορέα των επιθυμιών μας.
Ο αρχικός έρωτας μπορεί ασφαλώς να εξελιχθεί σε βαθιά συντροφικότητα.
Αλλά η ένταση της αρχής, από μόνη της, δεν αποτελεί εγγύηση για την ποιότητα ή τη διάρκεια μίας σχέσης.
Οι άνθρωποι που επιθυμούν να σχετιστούν μπορούν σταδιακά να αποδεχθούν ότι μία σχέση είναι ένα ταξίδι γνωριμίας.
Δεν γνωρίζεις εξαρχής πού θα καταλήξει.
Μένεις αρκετά ώστε να μάθεις.
Παρατηρείς.
Μοιράζεσαι.
Επιτρέπεις στον άλλο να σε γνωρίσει και προσπαθείς να γνωρίσεις και εσύ εκείνον.
Οι άνθρωποι που παλεύουν έντονα με τον φόβο δέσμευσης μπορεί να δυσκολεύονται να αφήσουν τα πράγματα να φτάσουν τόσο μακριά.
Διατηρούν ένα είδος «δικτύου ασφαλείας».
Ένα μέρος τους μένει πάντα έξω από τη σχέση.
Μία πόρτα παραμένει ανοιχτή.
Έτσι, τα μηνύματα που στέλνουν μπορεί να μοιάζουν με:
«Όχι».
«Ναι και όχι».
«Ίσως».
Αλλά πολύ δύσκολα με ένα καθαρό:
«Ναι, είμαι εδώ και θέλω να δω πού μπορούμε να πάμε μαζί».
Ένας από τους φόβους που μπορεί να βρίσκονται από κάτω είναι:
«Αν δεσμευτώ, μπορεί να με εγκαταλείψουν».
Και ακόμη βαθύτερα:
«Αν με εγκαταλείψουν, δεν ξέρω αν θα μπορέσω να αντέξω τον πόνο».
Εδώ βρίσκεται μία σημαντική διαφορά.
Ένας άνθρωπος μπορεί να φοβάται ότι μία σχέση ίσως δεν πάει καλά και παρ' όλα αυτά να επιλέγει να μπει σε αυτή.
Να ξέρει:
«Μπορεί να πληγωθώ».
«Μπορεί να στεναχωρηθώ».
«Μπορεί να μην πετύχει».
Αλλά ταυτόχρονα να έχει μέσα του και μία άλλη πεποίθηση:
«Αν δεν πετύχει, θα πονέσω, αλλά θα μπορέσω να επανέλθω».
Αυτό είναι ένα σημαντικό εσωτερικό αίσθημα ασφάλειας.
Δεν προκύπτει από την πεποίθηση ότι τίποτα κακό δεν θα συμβεί.
Προκύπτει από την εμπιστοσύνη ότι, ακόμη κι αν κάτι δύσκολο συμβεί, ο άνθρωπος θα μπορέσει να φροντίσει τον εαυτό του και να συνεχίσει.
Η αυτοπεποίθηση και η εμπιστοσύνη στον εαυτό είναι επομένως κρίσιμες.
Γιατί η εμπιστοσύνη στον άλλο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς καμία βάση εμπιστοσύνης και προς τον εαυτό.
Αν πιστεύω ότι μία πιθανή απώλεια θα με διαλύσει ολοκληρωτικά, τότε είναι φυσικό να προσπαθώ να αποφύγω κάθε σχέση που θα μπορούσε να με κάνει πραγματικά ευάλωτο.
Σε πιο επιφανειακό επίπεδο αυτό μπορεί να εκφράζεται ως μία πολύ ισχυρή ανάγκη για ατομική ελευθερία.
«Δεν θέλω να περιοριστώ».
«Θέλω να είμαι ανεξάρτητος».
«Δεν θέλω να δίνω λογαριασμό».
Και φυσικά η ανάγκη για αυτονομία είναι απολύτως υγιής.
Το ερώτημα είναι άλλο:
επιλέγω την αυτονομία επειδή μου ταιριάζει ή χρειάζομαι την απόσταση επειδή φοβάμαι την εγγύτητα;
Ελευθερία δεν είναι απλώς να μπορώ να φύγω.
Ελευθερία είναι και να μπορώ να μείνω όταν πραγματικά θέλω να μείνω.
Ο φόβος δέσμευσης μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα.
Κάποιος μπορεί να αποφεύγει εντελώς τις συντροφικές σχέσεις.
Κάποιος άλλος μπορεί να διψά για επαφή, αλλά να μεταπηδά από τη μία σχέση στην άλλη, ψάχνοντας διαρκώς τον «ιδανικό σύντροφο».
Άλλος μπορεί να βρίσκεται για χρόνια σε έναν γάμο ή μία σταθερή σχέση, αλλά να κρατά τον σύντροφό του σε συναισθηματική απόσταση.
Να υπάρχει σωματικά αλλά όχι συναισθηματικά.
Να φροντίζει ώστε να υπάρχει πάντα μία «δικλείδα ασφαλείας», μία αίσθηση ότι μπορεί να αποχωρήσει όταν νιώσει πως τα πράγματα γίνονται πολύ κοντινά.
Και άλλοι μπορεί να παραμένουν σε προσωρινές ερωτικές καταστάσεις, στις οποίες η συναισθηματική δέσμευση δεν χρειάζεται ποτέ να δοκιμαστεί πραγματικά.
Το κοινό δεν είναι απαραίτητα ο τρόπος ζωής.
Είναι ο φόβος που βρίσκεται από κάτω.
Οι συζητήσεις γύρω από τη σχέση είναι επίσης συχνά δύσκολες.
Ο πιθανός σύντροφος μπορεί να ζητά:
«Τι είμαστε;»
«Πού πηγαίνει αυτό;»
«Τι θέλεις;»
«Θέλεις να συνεχίσουμε;»
Και ο άνθρωπος που φοβάται τη δέσμευση μπορεί να βιώνει τέτοιες συζητήσεις σαν μεγάλη πίεση.
Γιατί η καθαρή τοποθέτηση δημιουργεί ευθύνη.
Και η ευθύνη απαιτεί μία θέση.
Δεν μπορεί κανείς να παραμείνει για πάντα στο «βλέπουμε».
Η πιθανότητα σύγκρουσης είναι επίσης δύσκολη, ιδιαίτερα όταν ο συνομιλητής ζητά ειλικρίνεια, σαφήνεια και συναισθηματική παρουσία.
Πολλές φορές, μάλιστα, ο άνθρωπος που αποφεύγει δεν κρύβει απλώς από τον άλλον τι θέλει.
Μπορεί πραγματικά να μην γνωρίζει ούτε ο ίδιος.
Η ασάφεια δεν είναι πάντα μόνο εξωτερική.
Μπορεί να είναι βαθιά εσωτερική.
Θα μπορούσε εδώ κάποιος να γίνει «δικηγόρος του διαβόλου» και να ρωτήσει:
«Πρέπει όλοι οι άνθρωποι ντε και καλά να ζουν σε μόνιμες συντροφικές σχέσεις;»
Φυσικά και όχι.
Μία ζωή μπορεί να έχει βαθύ νόημα και πληρότητα χωρίς μία μόνιμη ερωτική σχέση.
Κάποιος μπορεί να επιλέξει να είναι μόνος.
Μπορεί να επιλέξει άλλες μορφές σχέσεων.
Μπορεί σε συγκεκριμένες περιόδους της ζωής του να μην επιθυμεί καθόλου συντροφικότητα.
Το κρίσιμο σημείο δεν είναι η επιλογή.
Είναι αν πρόκειται πραγματικά για επιλογή.
Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:
«Δεν θέλω να είμαι σε σχέση»
και στο:
«Θέλω πολύ να είμαι σε σχέση, αλλά κάθε φορά που πλησιάζω κάποιον τόσο ώστε να αποκτήσει σημασία, τρομάζω και απομακρύνομαι».
Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να υπάρχει ελευθερία επιλογής.
Στη δεύτερη, μπορεί να υπάρχει ένας περιορισμός που επιβάλλεται από τον φόβο.
Και γι' αυτό ο φόβος δέσμευσης δεν αφορά μόνο τον άνθρωπο που τον βιώνει.
Επηρεάζει αναπόφευκτα και εκείνους που σχετίζονται μαζί του.
Ιδιαίτερα όταν τα μηνύματα είναι μπερδεμένα:
«Έλα κοντά».
«Όχι τόσο κοντά».
«Μου λείπεις».
«Χρειάζομαι χώρο».
«Θέλω να είμαστε μαζί».
«Δεν ξέρω τι θέλω».
Αυτή η εναλλαγή μπορεί να είναι εξαιρετικά αποδιοργανωτική για τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι, ιδιαίτερα όταν και ο ίδιος έχει έναν έντονο φόβο εγκατάλειψης.
Ο ένας φοβάται ότι θα εγκλωβιστεί.
Ο άλλος φοβάται ότι θα εγκαταλειφθεί.
Και τότε μπορεί να δημιουργηθεί ένας επώδυνος χορός:
όσο ο ένας πλησιάζει, ο άλλος απομακρύνεται.
Και όσο ο άλλος απομακρύνεται, ο πρώτος προσπαθεί ακόμη περισσότερο να πλησιάσει.
Τι μπορεί να βοηθήσει;
Ένα πρώτο και πολύ σημαντικό βήμα είναι η αυτοεπίγνωση.
Να μπορέσει ένας άνθρωπος να αναγνωρίσει:
«Φοβάμαι».
«Όταν κάποιος με πλησιάζει πολύ, ενεργοποιούμαι».
«Αρχίζω να βλέπω ξαφνικά μόνο τα αρνητικά του».
«Ψάχνω μία δικαιολογία για να φύγω».
«Αισθάνομαι ότι χάνω την ελευθερία μου».
«Μόλις μία σχέση γίνεται σημαντική, θέλω να εξαφανιστώ».
Δεν χρειάζεται αρχικά να αλλάξει αμέσως το συναίσθημα.
Χρειάζεται πρώτα να αναγνωριστεί.
Γιατί ό,τι δεν αναγνωρίζουμε, συχνά το επαναλαμβάνουμε.
Ένα δεύτερο σημαντικό βήμα είναι να μπορέσει ο άνθρωπος να ξεχωρίσει το παρόν από το παρελθόν.
Η εγγύτητα με έναν ενήλικο σύντροφο δεν είναι η ίδια εξάρτηση που είχε ένα παιδί από τους πρωταρχικούς φροντιστές του.
Το παιδί ήταν πραγματικά εξαρτημένο.
Δεν μπορούσε να φύγει.
Δεν μπορούσε να επιλέξει.
Δεν μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό του μόνο του.
Ο ενήλικος μπορεί.
Μπορεί να αγαπήσει και να παραμένει ξεχωριστός.
Μπορεί να δεσμευτεί χωρίς να εξαφανιστεί ως πρόσωπο.
Μπορεί να χρειάζεται έναν άλλον άνθρωπο χωρίς να χάνει τον εαυτό του.
Μπορεί να έρθει κοντά και να εξακολουθεί να έχει όρια.
Και μπορεί να φύγει από μία σχέση που δεν του κάνει.
Η ενήλικη δέσμευση δεν χρειάζεται να σημαίνει αιχμαλωσία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει έναν σημαντικό χώρο διερεύνησης.
Γιατί και η ίδια η θεραπευτική σχέση περιέχει στοιχεία συναισθηματικής εγγύτητας, εμπιστοσύνης, συνέπειας, ορίων και δέσμευσης.
Ο άνθρωπος που φοβάται την εγγύτητα μπορεί να συναντήσει ορισμένους από τους ίδιους φόβους και μέσα εκεί.
Να φοβηθεί ότι θα εξαρτηθεί.
Να θέλει να απομακρυνθεί.
Να δυσκολευτεί να εμπιστευτεί.
Να δυσκολευτεί να εκφράσει ανάγκες.
Όταν, όμως, εγκατασταθεί σταδιακά μία σχέση εμπιστοσύνης — και εφόσον ο ίδιος ο άνθρωπος επιθυμεί πραγματικά να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται — μπορεί να αρχίσει να κατανοεί βαθύτερα την ιστορία του, τις άμυνές του και τα επαναλαμβανόμενα σχεσιακά του μοτίβα.
Και ίσως, εν καιρώ, να μπορέσει να βιώνει τις σχέσεις διαφορετικά.
Όχι ως έναν χώρο όπου κινδυνεύει να εγκλωβιστεί.
Αλλά ως έναν χώρο όπου μπορεί να είναι ελεύθερος και ταυτόχρονα συνδεδεμένος.
Γιατί τελικά η ώριμη δέσμευση δεν είναι η απώλεια της ελευθερίας.
Είναι η δυνατότητα να μπορεί κανείς να πει:
«Θα μπορούσα να φύγω — αλλά επιλέγω να είμαι εδώ».
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά «ναι» μέσα σε μία σχέση.
Από: Χριστίνα Πανταζή
Πηγή έμπνευσης: Stefanie Stahl, «Yes, No, Maybe: How to Recognise and Overcome Fear of Commitment — Help for Those Affected and Their Partners».



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου