Φοβάμαι να πεθάνω, δεν ξέρω πως πεθαίνουν βοήθα με!
Η Marie de Hennezel, ψυχολόγος με εμπειρία στην ανακουφιστική φροντίδα ανθρώπων που βρίσκονται αντιμέτωποι με σοβαρές ασθένειες και το τέλος της ζωής, καταγράφει στο βιβλίο της Ο μύχιος θάνατος ιστορίες ανθρώπων που συναντούν τον θάνατο όχι ως αφηρημένη ιδέα, αλλά ως μία πραγματικότητα που βρίσκεται πλέον πολύ κοντά.
Και μαζί τους καταγράφει τις εμπειρίες εκείνων που τους συνοδεύουν.
Γιατί ίσως ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα όταν ένας άνθρωπος πλησιάζει προς το τέλος της ζωής του δεν είναι μόνο το τι μπορούμε να κάνουμε.
Είναι και το να αντέξουμε όσα δεν μπορούμε να κάνουμε.
Να αντέξουμε την αδυναμία μας.
Να δεχτούμε ότι δεν έχουμε πάντοτε λύση, απάντηση ή τρόπο να πάρουμε μακριά τον φόβο του άλλου.
Και παρ’ όλα αυτά να μείνουμε εκεί.
Η de Hennezel περιγράφει πως, όταν ο χρόνος λιγοστεύει, όσα παρέμεναν για χρόνια κρυμμένα μέσα στις οικογένειες μπορεί να έρθουν με μεγαλύτερη ένταση στην επιφάνεια. Σχέσεις που δεν πρόλαβαν να γίνουν κοντινές, λόγια που δεν ειπώθηκαν, σιωπές, συγκρούσεις, αποστάσεις, αλλά και μικρές χειρονομίες φροντίδας που αποκτούν ξαφνικά τεράστια σημασία.
Η συγγραφέας αναφέρεται και σε κάτι πολύ σημαντικό: στη δύναμη που μπορεί να εμφανιστεί όταν ο άνθρωπος που φροντίζει αποδέχεται τα όριά του.
Όχι ως παραίτηση.
Αλλά ως μία ταπεινή αναγνώριση:
Δεν μπορώ να σου πάρω τον θάνατο. Μπορώ όμως να είμαι εδώ μαζί σου.
Και πολλές φορές αυτό το «είμαι εδώ» μπορεί να βρίσκεται σε ένα χαμόγελο, σε μία παρουσία, σε μία κουβέντα, σε ένα χέρι που κρατά ένα άλλο χέρι ή ακόμη και σε μία κοινή σιωπή.
Σε ένα από τα πιο συγκινητικά σημεία του βιβλίου, η συγγραφέας βρίσκεται δίπλα στη Σαρλότ, μία γυναίκα που πλησιάζει προς το τέλος της ζωής της.
Η Σαρλότ κουρνιάζει στην αγκαλιά της και της λέει:
«Φοβάμαι να πεθάνω, δεν ξέρω πώς πεθαίνουν, σε παρακαλώ, βοήθησέ με!»
Και ίσως η δύναμη της στιγμής βρίσκεται ακριβώς στο ότι η ψυχολόγος δεν προσποιείται ότι γνωρίζει.
Δεν υπάρχει μία επαγγελματική, τέλεια απάντηση.
Δεν υπάρχει ένα πρωτόκολλο που εξαφανίζει τον φόβο.
Υπάρχει ένας άνθρωπος απέναντι σε έναν άλλον άνθρωπο.
Η de Hennezel προσπαθεί να της μεταδώσει την αίσθηση ότι ίσως μέσα μας υπάρχει κάτι που «ξέρει» πώς να πεθάνει, ακόμη κι αν ο συνειδητός μας νους τρομοκρατείται μπροστά στο άγνωστο.
Λίγο αργότερα, η Σαρλότ παρατηρεί το αιγυπτιακό σύμβολο που φορά η ψυχολόγος στον λαιμό της. Εκείνη της μιλά για το «κλειδί της ζωής» και για την ιδέα ότι ο καθένας ίσως χρειάζεται να ανακαλύψει το δικό του συμβολικό κλειδί απέναντι στον θάνατο.
Και τότε κάτι αλλάζει.
Όχι επειδή εξαφανίζεται ο θάνατος.
Ούτε επειδή εξαφανίζεται ο φόβος.
Η Σαρλότ αισθάνεται μέσα της μία ζεστασιά και λέει ότι έχει ακόμη πολλή αγάπη να δώσει.
Αυτό είναι ίσως και ένα από τα συγκλονιστικότερα σημεία του αποσπάσματος.
Ένας άνθρωπος που βρίσκεται πολύ κοντά στο τέλος δεν μιλά μόνο για αυτό που χάνει.
Μιλά και για αυτό που εξακολουθεί να έχει να προσφέρει.
Αγάπη.
Και η απάντηση που λαμβάνει είναι περίπου πως, ακόμη κι αν το σώμα της δεν της επιτρέπει πια να κάνει πολλά, αυτή την αγάπη μπορεί ακόμη να την εξωτερικεύσει.
Να συνοδεύεις χωρίς να μπορείς να σώσεις
Μου φαίνεται πως αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα θέματα ολόκληρου του κειμένου.
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου δεν μπορούμε να «σώσουμε» τον άνθρωπο απέναντί μας.
Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό που συμβαίνει.
Δεν μπορούμε να πάρουμε τον φόβο του.
Δεν μπορούμε να υποσχεθούμε ότι όλα θα πάνε καλά.
Και ίσως τότε αρχίζει μία διαφορετική μορφή φροντίδας.
Η δυνατότητα να συνοδεύουμε.
Να στεκόμαστε εκεί χωρίς να φεύγουμε επειδή η αδυναμία μας είναι δυσβάσταχτη.
Να μπορούμε να ακούμε έναν άνθρωπο να μας λέει «φοβάμαι» χωρίς να βιαζόμαστε να του απαντήσουμε «μη φοβάσαι».
Γιατί κάποιες φορές το «μη φοβάσαι» ανακουφίζει περισσότερο αυτόν που το λέει παρά εκείνον που φοβάται.
Η παρουσία ίσως λέει κάτι διαφορετικό:
«Φοβάσαι. Και είμαι εδώ.»
Ο θάνατος παραμένει ίσως το μεγαλύτερο άγνωστο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Και ακριβώς επειδή δεν ξέρουμε πραγματικά «πώς πεθαίνουν», μπορεί να συναντάμε μπροστά του όλες τις μεγάλες υπαρξιακές αγωνίες: την απώλεια του ελέγχου, τον αποχωρισμό, το άγνωστο, τη μοναξιά, το νόημα της ζωής που προηγήθηκε.
Όμως το απόσπασμα της de Hennezel μου αφήνει και κάτι άλλο.
Ότι ακόμη και όταν ο χρόνος φαίνεται να τελειώνει, η σχέση μπορεί να παραμένει ζωντανή.
Η τρυφερότητα μπορεί να παραμένει ζωντανή.
Η ανάγκη να δώσουμε και να πάρουμε αγάπη μπορεί να παραμένει ζωντανή.
Και ίσως, κάποιες φορές, μπροστά στην απόλυτη αδυναμία μας, αυτό να είναι το περισσότερο που μπορούμε να προσφέρουμε.
Και να μην είναι καθόλου λίγο.
Για το βιβλίο
Στο Ο μύχιος θάνατος, η Marie de Hennezel καταγράφει την εμπειρία της από τη συνοδεία ανθρώπων στο τέλος της ζωής, τόσο μέσα από την επαγγελματική της πορεία όσο και μέσα από προσωπικές απώλειες. Το βιβλίο φωτίζει τις τελευταίες στιγμές όχι μόνο μέσα από τον πόνο, τη σωματική φθορά και τον φόβο, αλλά και μέσα από τη δυνατότητα για εγγύτητα, τρυφερότητα, συμφιλίωση, αξιοπρέπεια και ανθρώπινη σύνδεση.
Η Σαρλότ χώθηκε πιο βαθιά στην αγκαλιά μου. Μου λέει πως νιώθει μια
γλυκιά ζεστασιά μέσα της, μια επιθυμία να αγαπήσει: «Αισθάνομαι ότι έχω ακόμα
πολύ αγάπη να δώσω». «Αυτό θα σε βοηθήσει καλή μου, δεν μπορείς πια να κάνεις
και πολλά πράγματα, έτσι όπως είσαι καθηλωμένη στο κρεβάτι, αλλά να
εξωτερικεύσεις αυτή την αγάπη που νιώθεις μέσα σου, αυτό ναι, μπορείς να το
κάνεις», της λέω καθώς έφευγα..."
Από: Χριστίνα Πανταζή
Περίληψη Βιβλίου:
Τη στιγμή
που ο θάνατος βρίσκεται πολύ κοντά, όταν η θλίψη και η ταλαιπωρία κυριαρχούν...
μπορεί ακόμα να υπάρχει ζωή, χαρά, πρωτόγνωρη ψυχική ανάταση; Η Marie de
Hennezel στο βιβλίο "Ο μύχιος θάνατος" περιγράφει την εμπειρία της
από την συνοδεία των ετοιμοθάνατων. Άλλοτε προσωπική εμπειρία, όταν ο θάνατος
χτυπάει την πόρτα μερικών φίλων της, και άλλοτε επαγγελματική εμπειρία, μέσα
στα πλαίσια μιας κλινικής πόνου και μιας κλινικής λοιμωδών νόσων (aids).
Μοιράζεται μαζί μας τον πλούτο και την συναισθηματική φόρτιση των τελευταίων
στιγμών, εκείνων που παραμένουν ζωντανοί μέχρι το τέλος, και αποδεικνύονται
αριστοτέχνες παρά την ταπεινότητα μέσα στην οποία τους βύθισε ο πόνος.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου