Μυστικά μέσα στην Οικογένεια
Η δυσφορία του να είσαι δυσάρεστος
«Να μάθω να λέω αυτό που νιώθω σημαίνει ότι θα νιώθω δυσάρεστα. Να μάθω να λέω αυτό που νιώθω σημαίνει ότι θα νιώθω ενοχές. Να μάθω να λέω αυτό που νιώθω σημαίνει ότι θα βλέπω τους άλλους να στεναχωριούνται — και δεν υπάρχει, γιατρέ μου, χειρότερο από δαύτο. Να μάθω να νιώθω και να το λέω σημαίνει ότι μπορεί να φύγουν άνθρωποι από τη ζωή μου. Μα πώς να το αντέξω αυτό;»
Θα τα έλεγε όλα αυτά στη συνεδρία με έναν τόνο που θα έκανε κάποιον να αναρωτιέται αν απευθυνόταν πράγματι στον θεραπευτή του ή αν απλώς είχε αρχίσει να ξεδιπλώνει φωναχτά έναν εσωτερικό μονόλογο.
«Εσύ όμως αντέχεις τόσα χρόνια να στεναχωριέσαι και να υποχωρείς», θα του απαντούσε ο θεραπευτής. «Τα βάρη στις σχέσεις σου τα κουβαλάς μια χαρά — και τα δικά σου και των άλλων. Ξεκίνησες από την οικογένειά σου, προσπαθώντας να μη στεναχωρείς τους γονείς σου μήπως πάθουν “καμιά καρδιά ή κανένα εγκεφαλικό”, και τώρα κάνεις περίπου το ίδιο και στις υπόλοιπες ενήλικες σχέσεις σου. Μήπως ήρθε η ώρα να πετάξεις μερικά από αυτά τα βάρη από πάνω σου;»
Καθισμένος απέναντί του, στη συνηθισμένη θέση των τριών τετάρτων, ο θεραπευτής θα έμοιαζε εκείνη τη στιγμή λίγο πιο πικάντικος απ’ όσο θα ήθελε ο συνομιλητής του.
«Ε, ναι. Εγώ έτσι έχω μάθει. Ίσως απλώς είμαι δυνατός. Δεν ξέρω αν ο άλλος θα αντέξει αυτά που έχω να του πω. Εγώ έχω μάθει να αντέχω. Πάντα έτσι έκανα. Πώς να αλλάξω τώρα καλούπι; Γίνεται, γιατρέ μου;»
«Μπορεί όμως να παίζει και κάτι άλλο», θα απαντούσε εκείνος. «Μήπως δεν ξέρεις αν εσύ θα αντέξεις να γίνεις δυσάρεστος; Μια χαρά βολικός ήσουν τόσα χρόνια. Έχει κι αυτό τα καλά του, δεν λέω».
Ο τόνος του είχε σίγουρα κάτι προκλητικό.
Εκείνος ένιωσε αμέσως νεύρα.
Με τον θεραπευτή του.
Κάθε φορά συνέβαινε περίπου το ίδιο. Είχε φτιάξει μία ολόκληρη, εξαιρετικά δομημένη αφήγηση για να εξηγήσει — σχεδόν να αποδείξει — γιατί ήταν αδύνατον να εκφράσει όσα ένιωθε στους κοντινούς του ανθρώπους όταν τον δυσκόλευαν, τον θύμωναν ή τον πλήγωναν.
Και μετά ερχόταν ο θεραπευτής και του πετούσε μία τέτοια ατάκα.
Σαν κεραυνό.
Και μέσα σε δευτερόλεπτα η τόσο καλά χτισμένη αφήγησή του άρχιζε να μοιάζει λιγότερο με αναπόφευκτη πραγματικότητα και περισσότερο με δικαιολογία.
Αυτό τον εξόργιζε.
Γιατί τον ξεβόλευε.
Του χάλαγε το παραμύθι της ανημπόριας.
Κι όμως, κάπου βαθιά ήξερε ότι αυτές ακριβώς οι κουβέντες, εκείνες που τον τσίγκλαγαν τόσο πολύ, ακουμπούσαν κάτι στη ρίζα των συμπτωμάτων του και της βαριάς ενοχής που κουβαλούσε.
Ήξερε θολά ότι εκεί βρισκόταν ίσως μία διέξοδος.
Μία διέξοδος που επιθυμούσε όσο τίποτε άλλο και, την ίδια στιγμή, φοβόταν τόσο πολύ ώστε έτρεμε ακόμη και στη σκέψη ότι κάποτε θα τη δοκίμαζε.
Παρέμεινε σιωπηλός.
Δεν απάντησε στον θεραπευτή του.
Ή μάλλον του έκανε μούτρα.
Δεν ήξερε.
Μπορεί και να τον ευγνωμονούσε λίγο που τον ξεβόλευε, γιατί κάπως οσμιζόταν πίσω από την πρόκληση το νοιάξιμο και την επιθυμία του ανθρώπου απέναντί του να τον βοηθήσει.
Αλλά μία μπουνιά στο πρόσωπο θα του την έριχνε ευχαρίστως εκείνη τη στιγμή που του πετούσε μία άλλη οπτική τόσο ωμά και ξεδιάντροπα.
Και, ταυτόχρονα, θα τον αγκάλιαζε.
Γιατί κάπου στα μύχια της ψυχής του ευχόταν χρόνια να μάθει να λέει όχι.
Απλώς ποτέ δεν το δοκίμαζε.
Ίσως επειδή φοβόταν πως, αν το έκανε, οι άλλοι θα τον απέρριπταν.
Και θα έμενε μόνος.
Μετά από λίγη ώρα, ο θεραπευτής θα έβλεπε τα μάτια του να βουρκώνουν.
Ο θυμός είχε ήδη γίνει σμπαράλια.
«Φοβάμαι».
«Τι φοβάσαι;»
«Ότι αν του πω όλα αυτά που με ενοχλούν, όλα αυτά που κάνει και με πληγώνουν ή με θυμώνουν, θα στεναχωρηθεί. Και θα φύγει από τη ζωή μου».
«Το καταλαβαίνω. Και η αλήθεια είναι ότι αυτό μπορεί να συμβεί».
«Τι εννοείς;»
Θα τον κοιτούσε έκπληκτος.
«Ότι μπορεί πράγματι να στεναχωρηθεί. Και μπορεί ακόμη και να φύγει. Όταν αρχίζουμε να λέμε πράγματα που μέχρι χθες καταπίναμε, δεν μπορούμε να ελέγξουμε πώς θα αντιδράσει ο άλλος».
«Ε, τότε γιατί έρχομαι στη συνεδρία; Για να χάνω ανθρώπους; Ωραίοι είστε εσείς οι θεραπευτές, ρε! Σας πληρώνουμε για να μας ξεκάνετε! Είπαμε να γίνω καλύτερα, όχι να διαλυθώ!»
«Έτερον εκάτερον», θα απαντούσε εκείνος. «Το ότι κάποιος μπορεί να στεναχωρηθεί ή ακόμη και να απομακρυνθεί επειδή εξέφρασες αυτά που νιώθεις δεν σημαίνει ότι εσύ θα είσαι χειρότερα. Μπορεί να συμβεί και το αντίθετο».
Ο τόνος του τώρα θα γινόταν σχεδόν μυστηριώδης.
«Μα πώς θα είμαι καλά αν πω αυτό που πραγματικά νιώθω, ρισκάρω να τον στεναχωρήσω και μπορεί ακόμη και να τον χάσω;»
«Γιατί θα ρισκάρεις να χάσεις κάτι — αν τελικά πράγματι το χάσεις. Γιατί μπορεί να μη συμβεί καθόλου αυτό. Μπορεί αντίθετα να βοηθήσεις και εκείνον να καταλάβει κάτι, να προσπαθήσει διαφορετικά και η σχέση σας να εξελιχθεί. Όμως, ανεξάρτητα από το τι θα κάνει εκείνος, εσύ μπορεί να κερδίσεις κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχεις».
«Τι ακριβώς θα κερδίσω με το να διώχνω ανθρώπους λέγοντας ό,τι νιώθω;»
Η περιέργεια ήταν τώρα ανακατεμένη με σαρκασμό.
«Το πιο σημαντικό. Το πιο σπουδαίο. Αυτό που εδώ και καιρό λες ότι ψάχνεις».
Μία μικρή παύση.
«Τον εαυτό σου».
Ο άλλος δεν μίλησε.
«Και όταν αρχίζεις να βρίσκεις τον εαυτό σου, αρχίζεις να μπορείς και να είσαι περισσότερο αυθεντικός μέσα στις σχέσεις σου. Να ανακαλύπτεις ποιος είσαι και ποια ζωή κρύβεις μέσα σου, ώστε σιγά σιγά να μπορείς να τη διεκδικείς και εκεί έξω. Κι έτσι οι άνθρωποι που μένουν ή που έρχονται στη ζωή σου θα έχουν περισσότερες πιθανότητες να σχετίζονται με αυτό που πραγματικά είσαι — όχι μόνο με μία εκδοχή σου προσαρμοσμένη ώστε να είναι όλοι οι άλλοι βολεμένοι κι εσύ να βασανίζεσαι από ενοχές, άγχος, θυμό και όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ».
Εκείνος συγκλονίστηκε.
Σαν να του είχε πατήσει ακριβώς την αχίλλειο πτέρνα.
Γιατί αυτός ήταν και ο λόγος που, σχεδόν έναν χρόνο πριν, είχε σηκώσει το τηλέφωνο και είχε ζητήσει για πρώτη φορά ψυχοθεραπεία.
«Δεν ξέρω, γιατρέ μου. Ήρθα γιατί δεν ξέρω ποιος είμαι, πού πάω και ποιο είναι το νόημα της ζωής μου. Νιώθω ότι έχω χάσει εντελώς την πορεία μου. Είμαι χαμένος…»
«Δύσκολο αυτό που μου ζητάς, γιατρέ μου. Δεν θα ήταν πιο ωραίο οι άλλοι που μας κάνουν δύσκολη τη ζωή να καταλάβαιναν μόνοι τους τι προκαλούν; Δεν θα έπρεπε να γίνεται έτσι; Φαίνεται λίγο άδικο όλο αυτό. Εμείς πρέπει να το κάνουμε για εκείνους;»
Τώρα μιλούσε περιπαιχτικά και λίγο γκρινιάρικα.
«Ωραίο θα ήταν. Και σαφώς ευκολότερο. Αλλά άλλο το τι θα έπρεπε να συμβαίνει και άλλο το τι συμβαίνει. Και όχι, δεν το κάνεις για εκείνους. Ούτε για τον συγκεκριμένο άνθρωπο στον οποίο θέλεις να μιλήσεις. Για σένα το κάνεις. Για σένα έρχεσαι εδώ. Για τη δική σου ζωή κοπιάζεις. Για να αρχίσεις να τη διαμορφώνεις με επιλογές που αφορούν το πώς εσύ θέλεις να είσαι, πώς θέλεις να σχετίζεσαι και πώς επιθυμείς να ζήσεις — έχοντας μαζί σου την ιστορία και τα βιώματά σου, αλλά χωρίς αυτά να αποφασίζουν για πάντα αντί για εσένα».
Και τότε ο μεσήλικας θεραπευτής θα ακουμπούσε λίγο πιο πίσω στην πολυθρόνα του.
Θα άφηνε την τελευταία πρόταση να αιωρηθεί ανάμεσά τους.
Δεν θα έλεγε τίποτα άλλο.
Θα προσκαλούσε έτσι τον συνομιλητή του σε μερικές στιγμές σιωπής, ώστε να παρατηρήσει τι ακριβώς έκαναν μέσα του εκείνα τα λόγια.
«Γιατρέ, είναι δύσκολο να γίνεσαι δυσάρεστος. Ιδίως όταν δεν θέλεις να πληγώσεις κανέναν. Και ιδίως όταν απλώς θέλεις να πεις ποιος είσαι και πώς νιώθεις σε ανθρώπους που ίσως ποτέ δεν σου έδωσαν χώρο να το πεις. Ή δεν σε ρώτησαν ποτέ».
«Σε καταλαβαίνω. Ίσως όμως η επιλογή σου τώρα να είναι να μη συνεχίσεις να στενεύεσαι μέσα σε σχέσεις που σου κάνουν σαν εκείνα τα στενά, άχαρα τζιν παντελόνια. Μπαίνεις μέσα τους, κρατάς την αναπνοή σου, πιέζεσαι, κάνεις υπομονή και στο τέλος βγαίνεις με σημάδια και κοκκινίλες από την πίεση».
Χαμογέλασε.
«Ίσως ήρθε η ώρα κάποιες από τις σχέσεις σου να μοιάζουν περισσότερο με εκείνες τις άνετες φόρμες. Να χωράς μέσα τους. Να αναπνέεις. Να κινείσαι. Να μπορείς να είσαι εσύ χωρίς να χρειάζεται συνέχεια να ρουφάς την κοιλιά σου για να χωρέσεις».
Όλη αυτή την κουβέντα θα την αναμασούσε ξανά και ξανά στο μυαλό του.
Μέρες αργότερα, θα περπατούσε προς ένα καφέ για να συναντήσει εκείνον τον τόσο σημαντικό άνθρωπο και να του μιλήσει επιτέλους για όσα τον ενοχλούσαν.
Θα είχε μία δυσφορία στο στήθος.
Άγχος.
Φόβο.
Ενοχή.
Όλα παραμάσχαλα.
Δεν είχε εξαφανιστεί τίποτα από αυτά.
Τα λόγια του θεραπευτή του όμως θα του έδιναν μία καινούργια δύναμη και ένα πρωτόγνωρο κίνητρο ζωής.
Δεν ήξερε πώς θα πήγαινε αυτή η συζήτηση.
Δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε εκείνο το τόσο σημαντικό πρόσωπο.
Δεν ήξερε αν θα καταλάβαινε.
Αν θα θύμωνε.
Αν θα πληγωνόταν.
Αν θα προσπαθούσε.
Αν θα έμενε.
Και αυτή ήταν ίσως η δυσκολότερη συνειδητοποίηση:
ότι το να εκφράσεις τον εαυτό σου δεν σου εγγυάται ότι ο άλλος θα μείνει.
Μπορεί όμως να σου δώσει μία διαφορετική εγγύηση.
Ότι εσύ δεν θα φύγεις ξανά τόσο εύκολα από τον εαυτό σου για να κρατήσεις κάποιον άλλον κοντά.
Και αυτό ήταν κάτι εντελώς καινούργιο.
Γιατί τόσα χρόνια είχε μάθει να θεωρεί καλοσύνη το να καταπίνει.
Αγάπη το να υποχωρεί.
Δύναμη το να αντέχει.
Φροντίδα το να προστατεύει τους άλλους από κάθε δυσάρεστο συναίσθημα.
Και τώρα άρχιζε σιγά σιγά να μαθαίνει ότι μία σχέση μπορεί να χρειάζεται και κάτι άλλο:
να αντέχουν δύο άνθρωποι ο ένας την αλήθεια του άλλου.
Να αντέχουν τη διαφορά.
Την απογοήτευση.
Το «όχι».
Το παράπονο.
Τον θυμό.
Την πιθανότητα ότι ο άλλος δεν θα μας δει πάντοτε ως καλούς, εύκολους και βολικούς.
Γιατί το να γίνομαι δυσάρεστος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι γίνομαι σκληρός, επιθετικός ή αδιάφορος.
Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι παύω να χρησιμοποιώ τη δική μου σιωπή ως τίμημα για να εξασφαλίζω την ηρεμία των άλλων.
Συνέχισε λοιπόν να περπατά προς το καφέ.
Με τη δυσφορία του.
Με τον φόβο του.
Με την αβεβαιότητα.
Δεν είχε μάθει ακόμη να λέει όλα αυτά που ένιωθε.
Μάθαινε όμως κάτι που κανείς δεν του είχε διδάξει μέχρι τότε:
να αντέχει την πιθανότητα να γίνεται δυσάρεστος στους άλλους, όταν αυτό είναι το κόστος για να μπορεί να υπερασπίζεται τον εαυτό του, όσα σκέφτεται, όσα αισθάνεται και όσα χρειάζεται.
Και ίσως, για πρώτη φορά, να καταλάβαινε πως κάποιες φορές η δυσφορία του να γίνεσαι δυσάρεστος είναι μικρότερη από τη χρόνια δυσφορία του να μην επιτρέπεις ποτέ στον εαυτό σου να υπάρχει ολόκληρος μέσα σε μία σχέση.
Από: Χριστίνα Πανταζή
*Οι ιστορίες αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν έχουν εμπνευστεί από κομμάτια της πραγματικότητας. Who knows…
Η βασική προσθήκη που έκανα εδώ είναι η διάκριση ανάμεσα στο «γίνομαι δυσάρεστος» και στο «γίνομαι επιθετικός». Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντική: το όριο, το παράπονο ή το «όχι» μπορεί να προκαλέσουν δυσφορία στον άλλον χωρίς να αποτελούν επίθεση. Και κράτησα ως κεντρικό νήμα το πολύ δυνατό θεραπευτικό σημείο του κειμένου: να μη χρειάζεται να εγκαταλείπω εμένα για να εξασφαλίζω ότι δεν θα με εγκαταλείψουν οι άλλοι.
Μυστικά μέσα στην Οικογένεια
Μία 60χρονη που χωρίζει για να βρει τον παλιό της έρωτα από το πανεπιστήμιο αφήνοντας «εμβρόντητα» τα ενήλικα παιδιά της, την οικογένεια και την μικρή κοινωνία που όλοι είχανε την εντύπωση ότι αποτελούσε ένα πρότυπο οικογένεια. Ένας άντρας αποκαλύπτει στην οικογένειά του ότι έχει τεράστια χρέη στο τζόγο μετά από αρκετά χρόνια διαρκούς προσπάθειας απόκρυψης των οικονομικών του. Ένα παιδί που του αποκαλύπτεται έπειτα από 20 χρόνια ότι είναι υιοθετημένος και το μαθαίνει από φίλη της θετής του μητέρας του, κατά λάθος. Ένας άντρας που στα 50 του χωρίζει από την σύντροφό του όταν βρήκε το κουράγιο να δεχτεί την σεξουαλική του ταυτότητα ως ομοφυλόφιλος. Ένας θείος που αυτοκτόνησε αλλά παρουσιάστηκε στην οικογένεια ότι είχε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα με αυτόκινητο στα 30 του. Ένας πρώτος ξάδερφος χρήστης ηρωίνης για χρόνια που στην οικογένεια παρουσιαζόταν ως ένα άτομο που είχε φύγει στο εξωτερικό για σπουδές και χάσανε επικοινωνία. Τι κοινό έχουν όλα αυτά; Το κοινό τους είναι ότι αποτελούν μυστικά που έχουν υπάρξει μέσα στην οικογένεια για πολλά χρόνια ανάμεσα στις σχέσεις των μελών μεταξύ τους. Λίγο πολύ όλοι έχουμε ακούσει στο κύκλο μας για κάποιες οικογένειες ή μπορεί να έχουμε μέσα στους δικούς μας οικογενειακούς κύκλους για μυστικά που υπήρχαν μέσα στην οικογένεια για πολλά χρόνια ή και για το σύνολο της οικογενειακής τους ζωής.
«…Χωρίς την δυνατότητα να κρατήσουμε ένα μυστικό, εκλείπουν παντελώς ο αυτοσεβασμός, η ελευθερία ακόμη ίσως και ο έρωτας. Ο καθένας έχει δικαίωμα στην ιδιωτική του ζωή, τόσο στις ψυχικές όσο και στις σωματικές εκφάνσεις της, τις οποίες άλλωστε δύσκολα συνήθως διαχωρίζουμε καθώς η σεμνότητα τις προστατεύει ως σύνολο. Ταυτόχρονα όμως είναι αδύνατον να αγνοήσουμε ότι όταν το μυστικό δεν το κρατάμε πλέον για λόγους αυτοπροστασίας αλλά επειδή φοβόμαστε να το θίξουμε, τότε όλα αλλάζουν. Όχι μόνο για εκείνον που το μυστικό τον διχάζει ανάμεσα στην επιθυμία να μιλήσει και στην οδύνη της εξομολόγησης. Ομοίως επηρεάζονται οι οικείοι του, ιδίως τα παιδιά του. Ιδού ο κανόνας από τον οποίο πρέπει να ξεκινήσουμε και στον οποίο θα επιστρέψουμε διαρκώς: όταν ο γονιός πάει να κρύψει ένα οδυνηρό γεγονός που τον απασχολεί- είτε κάτι που βίωσε είτε κάτι που φαντάστηκε ότι βίωσαν οι προγονοί του- το παιδί του πάντα το διαισθάνεται. Μπορούμε να το θέσουμε και αλλιώς: Ένα παιδί δεν ψάχνει ποτέ να μάθει τι του κρύβουμε όταν δεν του κρύβουμε τίποτε…»
Με αυτόν τον τρόπο ξεκινά η εισαγωγή του βιβλίου του ψυχαναλυτή και ψυχιάτρου Σερζ Τισερόν στο βιβλίο «Οικογενειακά Μυστικά» από τις εκδόσεις Άγρα. Στο βιβλίο υπάρχουν πολλές περιπτώσεις μέσα από την πολύχρονη εμπειρία του Τισερόν δουλεύοντας ψυχοθεραπευτικά και προσπαθεί να δώσει διάφορες απαντήσεις σε ερωτηματικά που προκύπτουν από τα μυστικά μέσα στην οικογένεια.
Τα μυστικά από μόνα τους δεν είναι καλά ή κακά. Γίνονται πρόβλημα από την στιγμή που αιχμαλωτίζουν και βασανίζουν μέχρι και την Τρίτη γενιά τα μέλη της οικογένειες.
Ένα μυστικό μέσα στην οικογένεια αποτελεί ένα μπλόκο που θα δυσκολέψει τα άτομα να σχετιστούν βαθιά και με ειλικρίνεια. Και αυτό διότι το Μυστικό μπαίνει σαν ένα φάντασμα και στοιχειό ανάμεσα στις σχέσεις αλλά πολλές φορές δεν θα μείνει μόνο στις σχέσεις αλλά θα επηρεάσει και τον τρόπο που λειτουργούν, αισθάνονται και επικοινωνούν και μπορούν να έχουν επιρροή και σε επόμενη γενιά. Το Μυστικό δεν είναι μόνο η απόκρυψη της πληροφορίας και το περιεχόμενο. Αλλά είναι πολλά περισσότερα από αυτό. Διότι το παιδί μεγαλώνει μέσα σε συμπεριφορές ενηλίκων που μπορεί να φέρονται παράξενα όταν υπάρχουν καταστάσεις, γεγονότα, πράγματα που συνδέεονται με ένα μυστικό (πχ ένα δελτίο προπό στο σπίτι μπορεί να πυροδοτήσει στην σύζυγο μία τρομερή έκρηξη θυμού όταν το παιδί δεν έχει γνώση για το Μυστικό του τζόγου και του χρέους του πατέρα του, ενώ την ίδια στιγμή δεν αντιλαμβάνεται την αιτία της έκρηξης της μητέρας) και έτσι και αυτό θα μιμηθεί αργότερα ένα τρόπο μυστικοπαθές χωρίς να ξέρει γιατί. Όμως κάτι άλλο που δημιουργεί το μυστικό είναι να μεταδώσει στο παιδί μία αίσθηση αναξιότητας ή και ντροπής διότι «για να μην το ξέρει ή κάτι θα έχει κάνει το ίδιο ή δεν είναι άξιο να ξέρει το μυστικό.»
Βλέπουμε λοιπόν ότι το μυστικό δεν έχει ως αποτέλεσμα μόνο την απόκρυψη πληροφοριών που θα ήταν σημαντικές να τις ξέρουν τα υπόλοιπα μέλη για να έχουν μία ειλικρινή σχέση μεταξύ τους αλλά περισσότερο έχει την δυνατότητα να συντελέσει στο πως θα λειτουργούν και τα υπόλοιπα μέλη στην δική τους ζωή και σχέσεις που έτσι ένα μυστικό βαραίνει όχι μόνο αυτόν ή αυτούς που τους αφορά άμεσα αλλά και τους οικείους τους πχ παιδιά στο τρόπο που σχετίζονται.
Το Μυστικό που θα υπάρξει μέσα στις οικογένειες και θα μπει ως φάντασμα στις σχέσεις του έχει 3 βασικές προϋποθέσεις, θα αναφέρει ο Τισερόν στο βιβλίο του. Αρχικά είναι ανείπωτο. Δεν μιλάμε μεταξύ μας για αυτό ή κάνουμε πως δεν υπάρχει. Δεύτερον είναι απαγορευμένο. Δεν μιλάμε για αυτό, σαν να υπάρχουν άγραφοι νόμοι μέσα στην οικογένεια για το τι ή περι τίνος μπορούμε να μιλάμε ανοιχτά και τι όχι. Και το τρίτο και επίσης ουσιαστικό είναι ότι δεν μιλιέται και είναι ένα απαγορευμένο θέμα επειδή αφορά ή προσλαμβάνεται από τα μέλη ως ένα «οδυνηρό» γεγονός.
Όμως το Μυστικό έχει πάντα ένα τρόπο να εμφανίζεται με άλλους τρόπους μέσα στις σχέσεις των μελών της οικογένειας παρά τις μεγάλες προσπάθειες. Ας δώσουμε δύο παραδείγματα: όταν έχει αποκρυφθεί ένα μεγάλο χρέος λόγω τυχερών παιχνιδιών από τους γονείς στα παιδιά και τα παιδιά ζητάνε να τους αγοράσουν πράγματα που επιφανειακά όλα φαίνονται ότι έχουν την οικονομική δυνατότητα και λαμβάνουν μία αρνητική απάντηση χωρίς να τους δίνεται κάποια συγκεκριμένη εξήγηση. Έτσι είναι πιθανόν να λαμβάνουν το μήνυμα ότι δεν αξίζουν να ζητάνε πράγματα. Ένας άνθρωπος που είναι ερωτευμένος με κάποιο άλλο άτομο και δεν έχει όρεξη για σεξουαλικές και ερωτικές σχέσεις με τον/την συζυγό του/της και αποτελεί ένα ανείπωτο γεγονός δίνει το μήνυμα ότι μπορεί ο άλλος να κάνει κάτι λάθος ή να υστερεί. Ποιο είναι εκείνο το χαρακτηριστικό ενός μυστικού εν τέλη; Ότι με έναν τρόπο θα βρεί τον τρόπο να έρθει το μυστικό στην επιφάνεια, ακόμη και καμουφλαρισμένο και προκαλεί ακόμη μεγαλύτερες οδύνες από το ίδιο το περιεχόμενο του Μυστικού, καθώς δημιουργεί και επιπλέον παρεξηγήσεις, παρερμηνείες σε πολλά περισσότερα άτομα και μεγαλύτερο συναισθηματικό αντίκτυπο!
Πολλές προσεγγίσεις προσπαθούν να αντιληφθούν την χρησιμότητα που έχει ένα μυστικό μέσα στην Οικογένεια. Η οικογενειακή- συστημική προσέγγιση το αντιμετωπίζει ως μία προσπάθεια της οικογένειας να κρατήσει τις ισορροπίες στις σχέσεις τους, και να μην συγχυστούν τα πιο ευάλωτα μέλη- όπως ρητά λέγεται- όπως πχ τα παιδιά ή τα άτομα τρίτης ηλικίας. Βέβαια τα Μυστικά που θέλουν να κρατήσουν την σταθερότητα στην οικογένεια και στις σχέσεις, την ίδια στιγμή είναι οι βασικές αιτίες που αποτελούν τροχοπέδη στις σχέσεις των ατόμων. Δεν είναι ότι θα αποκρύψουμε ένα γεγονός που δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αυτό. Αλλά πολύ περισσότερο θα θεσπιστούν συγκεκριμένοι κώδικες επικοινωνίας, συγκεκριμένοι κανόνες, τι πρέπει να λέμε, για τι πρέπει να μιλάμε ή όχι που δημιουργεί ένα τρόπο τελικά τα μέλη αντί να έρθουν κοντά και να νιώσουν ασφάλεια, να απομακρύνονται και να νιώθουν όλο και πιο απομονωμένοι.
Και κάπως έτσι ιδρύεται και ένας οικογενειακός μύθος. Ένας συχνός οικογενειακός μύθος είναι ότι σε μία π.χ οικογένεια τα μέλη δεν υπάρχουν προβλήματα και δεν μαλώνουν ούτε οι σύζυγοι, ούτε τα παιδιά. Όταν ένα μέλος μέσα από διάφορες διαδικασίες π.χ μπορεί να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία και να αντιλαμβάνεται διαφορετικά αυτό το ζήτημα, αρχίσει να μέμφεται αυτό το μυστικό και να το αποδομεί με το να προσπαθεί να μιλά για πράγματα με τους άλλους που νιώθει θυμό ή ενόχληση και ποτέ δεν μιλούσαν για αυτά, τότε το σύστημα που επιθυμεί την σταθερότητα θα το εμποδίσει και θα ταχθούν εναντίον του με στόχο να κρατήσουν τον οικογενειακό αυτό μύθο και να αντιστέκονται, να το διαψεύδουν, να το θεωρούν εκείνον προβληματικό ή υπερβολικό κ.ο.κ.
Τα μυστικά μέσα στην οικογένεια σε ένα πρώτο επίπεδο τα μέλη θα θέλουν να τα χρησιμοποιήσουν σε μία παράδοξη προσπάθεια να προστατεύσουν τους ίδιους και τους άλλους από ένα γεγονός που σε εκείνους αποτελεί πηγή πόνου και οδύνης. Όμως μέσα σε αυτό κρύβεται πολλές φορές η ντροπή, η ενοχή και άλλα δύσκολα και σύνθετα συναισθήματα, που καθώς δεν είναι επεξεργασμένα αντί να προστατεύσουν στο τέλος θα διαμορφώσουν ένα μεγάλο τοίχος τόσο στις σχέσεις των μελών να έρθουν πιο κοντά και να χτίσουν ένα περιβάλλον ασφάλειας, αποδοχής και οικειότητας όσο και στο κάθε μέλος στο πόσο στην δική του ζωή μπορεί να ανοίγεται, να εκφράζεται, να αποδέχεται και να αντιμετωπίζει διάφορες εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες ζωής.
Η αποκάλυψη ενός μυστικού σίγουρα δεν είναι μία εύκολη διαδικασία. Αποτελεί μία πολύ έντονη διεργασία, ανασύρει έντονα συναισθήματα, θα φέρει ανατροπές, θα φέρει πιθανά αλλαγές, διαμάχες, συγκρούσεις. Όμως καμία οικογένεια ή σχέσεις δεν μπορούν να χτίσουν ειλικρινείς συναισθηματικές σχέσεις και σχέσεις ασφάλειας όταν φαντάσματα και κρυμμένες οδύνες ζουν σαν στοιχειά αναμεσά τους.
Από: Χριστίνα Πανταζή
Βιβλιογραφία
Οικογενειακά Μυστικά- Serge Tisseron. Εκδόσεις Άγρα
Εδώ θα κρατούσα πολύ τη βασική σου γραμμή, γιατί έχει ήδη ισχυρή συστημική και διαγενεακή ματιά. Θα ξεκαθάριζα λίγο περισσότερο τη διαφορά ανάμεσα στο δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και στο οικογενειακό μυστικό που οργανώνει τις σχέσεις, και θα μαλάκωνα ορισμένες απόλυτες διατυπώσεις, όπως ότι το παιδί «πάντα» διαισθάνεται ή ότι κάθε μυστικό περνά αναγκαστικά μέχρι την τρίτη γενιά.
Μυστικά μέσα στην οικογένεια
Μία γυναίκα γύρω στα εξήντα χωρίζει για να αναζητήσει έναν παλιό της έρωτα από τα πανεπιστημιακά χρόνια, αφήνοντας εμβρόντητα τα ενήλικα παιδιά της, την οικογένεια και μία μικρή κοινωνία που μέχρι τότε θεωρούσε ότι αποτελούσαν μία «πρότυπη οικογένεια».
Ένας άντρας αποκαλύπτει στους δικούς του ότι έχει συσσωρεύσει τεράστια χρέη από τον τζόγο, έπειτα από χρόνια προσπάθειας να αποκρύψει την οικονομική του κατάσταση.
Ένα παιδί μαθαίνει, είκοσι χρόνια αργότερα και εντελώς τυχαία από μία φίλη της μητέρας του, ότι είναι υιοθετημένο.
Ένας άντρας στα πενήντα του χωρίζει από τη σύντροφό του όταν βρίσκει το κουράγιο να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί ότι είναι ομοφυλόφιλος.
Ένας θείος αυτοκτόνησε, αλλά η ιστορία που μεταφέρθηκε στην οικογένεια ήταν ότι σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στα τριάντα του.
Ένας πρώτος ξάδελφος έκανε για χρόνια χρήση ηρωίνης, ενώ μέσα στην οικογένεια λεγόταν ότι είχε φύγει στο εξωτερικό για σπουδές και ότι απλώς είχε χαθεί η επικοινωνία μαζί του.
Τι κοινό έχουν όλες αυτές οι ιστορίες;
Αποτελούν διαφορετικές μορφές οικογενειακών μυστικών.
Λίγο πολύ όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για γεγονότα που παρέμειναν κρυμμένα μέσα σε μία οικογένεια για πολλά χρόνια — κάποιες φορές ακόμη και για ολόκληρες γενιές.
Ο ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Serge Tisseron, στο βιβλίο του Οικογενειακά Μυστικά από τις Εκδόσεις Άγρα, ξεκινά κάνοντας μία ιδιαίτερα σημαντική διάκριση.
Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα στο μυστικό και στην ιδιωτική ζωή. Η δυνατότητα να κρατάμε κάποια πράγματα μόνο για εμάς συνδέεται με την αυτονομία, την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και τα προσωπικά μας όρια.
Το ζήτημα αλλάζει όμως όταν ένα μυστικό δεν προστατεύει απλώς μία ιδιωτική περιοχή της ζωής μας, αλλά μετατρέπεται σε κάτι που δεν επιτρέπεται να ειπωθεί, ενώ ταυτόχρονα οργανώνει τις σχέσεις, τις συμπεριφορές και την επικοινωνία ολόκληρης της οικογένειας.
Εκεί αρχίζει να αποκτά διαφορετικό βάρος.
Τα μυστικά, λοιπόν, δεν είναι από μόνα τους καλά ή κακά.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζουν όλα τα μέλη μίας οικογένειας τα πάντα για όλους. Η εγγύτητα δεν σημαίνει κατάργηση της ιδιωτικότητας.
Ένα μυστικό γίνεται περισσότερο προβληματικό όταν αρχίζει να αιχμαλωτίζει τις σχέσεις γύρω του.
Όταν χρειάζονται ψέματα για να συντηρηθεί.
Όταν δημιουργούνται απαγορευμένες περιοχές συζήτησης.
Όταν κάποιος αντιδρά με υπερβολικό φόβο, θυμό ή αμηχανία κάθε φορά που ένα θέμα πλησιάζει επικίνδυνα κοντά στην αλήθεια.
Όταν όλοι μοιάζουν να γνωρίζουν ότι «κάτι υπάρχει», αλλά κανείς δεν μπορεί να του δώσει όνομα.
Το μυστικό σαν φάντασμα μέσα στις σχέσεις
Ένα οικογενειακό μυστικό μπορεί τότε να λειτουργεί σαν ένα αόρατο φάντασμα ανάμεσα στα μέλη.
Δεν υπάρχει μόνο ως πληροφορία που δεν ειπώθηκε.
Υπάρχει και μέσα στον τρόπο που μιλάμε.
Στα θέματα που αποφεύγουμε.
Στις ξαφνικές αλλαγές διάθεσης.
Στους θυμούς που δεν καταλαβαίνει κανείς από πού προήλθαν.
Στις σιωπές.
Στα βλέμματα.
Στο «μη ρωτάς».
Στο «αυτά δεν είναι για παιδιά».
Στο «άστο καλύτερα».
Φανταστείτε, για παράδειγμα, μία οικογένεια στην οποία ο ένας γονιός έχει δημιουργήσει μεγάλο χρέος από τον τζόγο, αλλά τα παιδιά δεν γνωρίζουν τίποτα.
Ένα δελτίο στοιχήματος μπορεί να βρεθεί τυχαία στο σπίτι και ο άλλος γονιός να ξεσπάσει ξαφνικά με υπερβολικό θυμό.
Το παιδί βλέπει την έκρηξη.
Βλέπει τον φόβο.
Ακούει την ένταση.
Αλλά δεν διαθέτει την πληροφορία που θα του επέτρεπε να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει.
Και τότε χρειάζεται να κατασκευάσει μόνο του μία εξήγηση.
Τα παιδιά, άλλωστε, συχνά αντιλαμβάνονται ότι κάτι συμβαίνει πολύ πριν μπορέσουν να καταλάβουν τι συμβαίνει.
Και όταν λείπει η πληροφορία, μπορεί να γεμίσουν το κενό με δικές τους ερμηνείες.
«Μήπως φταίω εγώ;»
«Μήπως έκανα κάτι;»
«Μήπως δεν πρέπει να ζητάω;»
«Μήπως υπάρχει κάτι που δεν αξίζω να γνωρίζω;»
Το βάρος του μυστικού, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο σε αυτό που αποκρύπτεται.
Βρίσκεται και στις ερμηνείες που δημιουργούνται γύρω από αυτό.
Και εκεί μπορεί να εμφανιστούν ντροπή, ανασφάλεια, δυσπιστία ή μία αίσθηση ότι «υπάρχει κάτι που δεν μου λένε και άρα δεν μπορώ να εμπιστευτώ πλήρως αυτό που συμβαίνει γύρω μου».
Το ανείπωτο, το απαγορευμένο και το οδυνηρό
Ο Tisseron περιγράφει τρία βασικά χαρακτηριστικά ενός οικογενειακού μυστικού.
Το πρώτο είναι ότι είναι ανείπωτο.
Δεν μιλάμε για αυτό ή συμπεριφερόμαστε σαν να μην υπάρχει.
Το δεύτερο είναι ότι είναι απαγορευμένο.
Δεν πρόκειται απλώς για κάτι που τυχαίνει να μη συζητάμε. Υπάρχει ένας άγραφος οικογενειακός κανόνας ότι δεν πρέπει να μιλήσουμε γι' αυτό.
Και το τρίτο είναι ότι αφορά κάτι που βιώνεται ως οδυνηρό, ντροπιαστικό, απειλητικό ή δύσκολο να αντέξουμε.
Έτσι, πολλές φορές δεν χρειάζεται κανείς να πει:
«Απαγορεύεται να ρωτήσεις».
Όλοι έχουν ήδη μάθει πού επιτρέπεται να πλησιάσουν και πού όχι.
Τα μυστικά μιλούν ακόμη κι όταν εμείς σωπαίνουμε
Ένα από τα παράδοξα των οικογενειακών μυστικών είναι ότι, όσο και αν προσπαθούμε να τα εξαφανίσουμε από την επικοινωνία, εκείνα συχνά βρίσκουν έναν τρόπο να εμφανίζονται έμμεσα.
Ένα μεγάλο κρυφό χρέος μπορεί να εμφανιστεί μέσα από ανεξήγητους περιορισμούς στα χρήματα, από καβγάδες ή υπερβολικές αντιδράσεις.
Μία εξωσυζυγική σχέση που παραμένει ανείπωτη μπορεί να εμφανίζεται μέσα από απομάκρυνση, έλλειψη επιθυμίας, συναισθηματική απουσία ή αλλαγές στη συμπεριφορά.
Και ο σύντροφος που δεν γνωρίζει το πραγματικό γεγονός μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται:
«Δεν με επιθυμεί επειδή κάτι έχω εγώ».
«Δεν είμαι αρκετός».
«Έκανα κάτι λάθος».
Έτσι, πολλές φορές, η οδύνη δεν προκύπτει μόνο από το ίδιο το μυστικό.
Προκύπτει και από τις παρερμηνείες που γεννιούνται όταν κάποιος προσπαθεί να καταλάβει μία πραγματικότητα από την οποία λείπουν κομμάτια.
Η συστημική ματιά στο οικογενειακό μυστικό
Από μία οικογενειακή-συστημική οπτική, έχει ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε όχι μόνο ποιο είναι το μυστικό, αλλά και τι λειτουργία επιτελεί μέσα στο οικογενειακό σύστημα.
Συχνά, η απόκρυψη ξεκινά με μία πρόθεση προστασίας.
«Δεν το λέμε στα παιδιά για να μην πληγωθούν».
«Δεν το λέμε στη γιαγιά γιατί δεν θα το αντέξει».
«Δεν το συζητάμε γιατί θα διαλυθεί η οικογένεια».
«Δεν μιλάμε για αυτό γιατί θα δημιουργηθούν εντάσεις».
Το μυστικό μπορεί, επομένως, να λειτουργεί αρχικά ως μία προσπάθεια διατήρησης της ισορροπίας.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο.
Αυτό που δημιουργήθηκε για να προστατεύσει τη σχέση μπορεί τελικά να γίνει αυτό που την απομακρύνει.
Για να διατηρηθεί ένα σημαντικό μυστικό, συχνά δεν αρκεί απλώς να μη δοθεί μία πληροφορία.
Χρειάζεται να διαμορφωθεί γύρω του ένας ολόκληρος τρόπος επικοινωνίας.
Ποια πράγματα συζητάμε.
Ποια αποφεύγουμε.
Ποιες ερωτήσεις θεωρούνται επικίνδυνες.
Ποια συναισθήματα επιτρέπονται.
Ποιος μπορεί να θυμώνει.
Ποιος πρέπει να σωπαίνει.
Ποιος είναι «υπερβολικός» όταν πλησιάζει κάτι που η οικογένεια έχει συμφωνήσει, χωρίς να το πει ποτέ ανοιχτά, να μη βλέπει.
Και κάπως έτσι γεννιούνται οι οικογενειακοί μύθοι
Δίπλα στα μυστικά μπορούν να δημιουργηθούν και οικογενειακοί μύθοι.
Για παράδειγμα:
«Στη δική μας οικογένεια δεν υπάρχουν προβλήματα».
Ή:
«Εμείς δεν μαλώνουμε ποτέ».
Ή:
«Είμαστε μία δεμένη οικογένεια και τα λύνουμε όλα μεταξύ μας».
Ο οικογενειακός μύθος δεν είναι απλώς ένα ψέμα.
Είναι μία συλλογική αφήγηση που βοηθά το σύστημα να διατηρεί μία συγκεκριμένη εικόνα για τον εαυτό του.
Και όταν ένα μέλος αρχίσει να διαφοροποιείται — ίσως επειδή μεγαλώνει, μπαίνει σε μία σημαντική σχέση, κάνει ψυχοθεραπεία ή αρχίζει απλώς να αντιλαμβάνεται διαφορετικά όσα συμβαίνουν — μπορεί να αρχίσει να μιλά για πράγματα που προηγουμένως δεν λέγονταν.
Να εκφράσει θυμό.
Να βάλει ένα όριο.
Να πει:
«Εγώ δεν το έζησα έτσι».
«Υπήρχαν προβλήματα».
«Αυτό με πλήγωσε».
«Δεν θέλω πλέον να κάνουμε ότι δεν συμβαίνει».
Και τότε ολόκληρο το σύστημα μπορεί να αντιδράσει.
Να τον χαρακτηρίσει υπερβολικό.
Αχάριστο.
Προβληματικό.
Αυτόν που «ανακατεύει τα πράγματα».
Όχι απαραίτητα επειδή τα υπόλοιπα μέλη έχουν κακή πρόθεση.
Αλλά επειδή όταν αλλάζει μία παλιά οικογενειακή αφήγηση, αλλάζει μαζί της και μία ισορροπία που για χρόνια κρατούσε την οικογένεια όρθια.
Πίσω από το μυστικό υπάρχει συχνά μία προσπάθεια προστασίας
Αυτό ίσως είναι και ένα από τα πιο σημαντικά σημεία.
Πίσω από πολλά οικογενειακά μυστικά δεν βρίσκεται αρχικά η επιθυμία εξαπάτησης.
Βρίσκεται φόβος.
Ντροπή.
Ενοχή.
Πένθος.
Αμηχανία.
Η αγωνία ότι ο άλλος «δεν θα το αντέξει».
Η πεποίθηση ότι «αν το πούμε, όλα θα διαλυθούν».
Άνθρωποι που δεν είχαν τρόπο να επεξεργαστούν κάτι δύσκολο προσπάθησαν πολλές φορές να το προστατέψουν μέσα στη σιωπή.
Όμως ό,τι δεν επεξεργαζόμαστε δεν εξαφανίζεται απαραίτητα επειδή δεν το ονομάζουμε.
Μπορεί να συνεχίσει να ζει μέσα στη σχέση με άλλους τρόπους.
Και τότε ένα μυστικό που δημιουργήθηκε για να προστατεύσει την οικογένεια μπορεί σταδιακά να δημιουργήσει έναν τοίχο εκεί όπου υποτίθεται ότι θα δημιουργούσε ασφάλεια.
Η αποκάλυψη δεν είναι πάντα απλή ούτε πάντα άμεση λύση
Και εδώ χρειάζεται μία σημαντική προσοχή.
Το γεγονός ότι τα μυστικά μπορούν να επιβαρύνουν μία οικογένεια δεν σημαίνει ότι κάθε μυστικό πρέπει να αποκαλύπτεται αμέσως, σε όλους και με οποιονδήποτε τρόπο.
Η αποκάλυψη μπορεί να είναι μία πολύ έντονη διεργασία.
Μπορεί να φέρει ανατροπές.
Θυμό.
Πένθος.
Συγκρούσεις.
Αμφισβήτηση ολόκληρης της οικογενειακής ιστορίας.
Και διαφορετικά γεγονότα χρειάζονται διαφορετικό χειρισμό, ιδιαίτερα όταν εμπλέκονται παιδιά, τραυματικές εμπειρίες, κακοποίηση ή πληροφορίες που αφορούν και την ιδιωτικότητα άλλων ανθρώπων.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μία απλουστευμένη εντολή του τύπου:
«Πείτε τα όλα».
Είναι περισσότερο η δυνατότητα μίας οικογένειας να δημιουργεί χώρο όπου οι δύσκολες αλήθειες δεν χρειάζεται να μετατρέπονται σε φαντάσματα.
Να μπορεί να υπάρχει λόγος.
Να μπορεί να υπάρξει κατάλληλη πληροφορία ανάλογα με την ηλικία και τη θέση κάθε μέλους.
Να χωρά η στεναχώρια.
Να χωρά η ντροπή χωρίς να γίνεται ταυτότητα.
Να χωρά η σύγκρουση χωρίς να σημαίνει απαραίτητα διάλυση.
Να χωρά η αλήθεια χωρίς να χρειάζεται να καταστρέψει τον δεσμό.
Γιατί τελικά το βαθύτερο πρόβλημα ενός οικογενειακού μυστικού δεν είναι μόνο ότι κάτι δεν ειπώθηκε.
Είναι ότι μπορεί γύρω από αυτό να χτιστεί μία ολόκληρη σχέση στην οποία οι άνθρωποι μαθαίνουν να μη ρωτούν, να μη βλέπουν, να μη μιλούν και, πολλές φορές, να μην εμπιστεύονται ούτε αυτό που αισθάνονται.
Και ίσως η επεξεργασία ενός οικογενειακού μυστικού να μη σημαίνει απλώς ότι μία κρυμμένη πληροφορία βγαίνει στο φως.
Μπορεί να σημαίνει κάτι βαθύτερο:
ότι μία οικογένεια αρχίζει σιγά σιγά να αποκτά περισσότερο χώρο για την αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται να χάνει τη σχέση.
Από: Χριστίνα Πανταζή
Βιβλιογραφία
Serge Tisseron, Οικογενειακά Μυστικά, Εκδόσεις Άγρα.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου